Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ
Αριθμός 43/2017

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)

___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 17 Μαρτίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλος, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδρος. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Ι. Παπαχαραλάμπους.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθμ. …… αποφάσεως του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας …..της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με την οποία ανακλήθηκαν οι άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών είχε ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη με την …..απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατ’ αυτής δε άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έφεση, δικάσιμος της οποίας έχει ορισθεί η ……..

3. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ’ αριθμ. ….. και ….. αποφάσεις του Νομάρχη…… χορηγήθηκαν στον αιτούντα άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου στο ……. Με την με αρ. πρωτ. …… αίτησή του προς την Περιφερειακή Ενότητα ……. ο αιτών, ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του, ζήτησε την παράταση λειτουργίας του φαρμακείου του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932 (Α΄ 300), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μέχρι να λάβει ο υιός του, τελειόφοιτος του Τμήματος Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το πτυχίο και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Επί του αιτήματος αυτού δεν υπήρξε απάντηση, με την δε υπ’ αριθμ…… απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……..ανακλήθηκαν λόγω υπέρβασης του ορίου ηλικίας οι προαναφερθείσες άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του ως άνω φαρμακείου. Κατά της αποφάσεως αυτής, καθώς και της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως παράτασης, ο αιτών άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου…., με την οποία προέβαλε ότι το όριο ηλικίας είχε καταργηθεί με το άρθρο 36 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) και, επικουρικώς, ότι οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932, που επέτρεπαν την παράταση λειτουργίας φαρμακείου φαρμακοποιού με τέκνο που σπουδάζει σε φαρμακευτική σχολή, εφαρμόζονται και μετά τη θέσπιση με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2956/2001 του 70ου έτους ως ορίου ηλικίας των φαρμακοποιών. Με την 99/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου …… έγινε δεκτή αίτηση αναστολής του αιτούντος κατά της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του και διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας αυτού μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Με την υπ’ αριθμ. ….. απόφασή του το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως, κατά της αποφάσεως δε αυτής ο αιτών έχει ασκήσει έφεση, η οποία ήδη εκκρεμεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην δεύτερη σκέψη. Εν τω μεταξύ, ο υιός του αιτούντος, μετά τη λήψη του πτυχίου του και της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με τη με αρ. πρωτ. ……. αίτησή του ζήτησε άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στον Δήμο Αργοστολίου μετά συστεγάσεως με το φαρμακείο του πατέρα του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 5607/1932, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. ……. απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……ς της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Αίτηση ακυρώσεως κατά της απορρίψεως του αιτήματος αυτού απερρίφθη με την …… απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση με ορισθείσα δικάσιμο την …….
4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών προβάλλει ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας θα του επιφέρει δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, η οποία συνίσταται στη διακοπή λειτουργίας του φαρμακείου και την, εντεύθεν, αδυναμία του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές, αλλά και να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, δεδομένου μάλιστα ότι και ο υιός του, μετά τη λήψη της άδειας άσκησης επαγγέλματος, εργάζεται στο ίδιο φαρμακείο, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων τους.

5. Επειδή, η Επιτροπή Αναστολών, συνεκτιμώντας αφ’ ενός την δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που θα υποστεί ο αιτών από τη διακοπή λειτουργίας του επί μακρό χρονικό διάστημα λειτουργούντος φαρμακείου του και αφ’ ετέρου τη σύντομη δικάσιμο που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της εφέσεως ……. η οποία δεν είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας του εν λόγω φαρμακείου μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της ασκηθείσης εφέσεως, εφ’ όσον, άλλωστε, ούτε η Διοίκηση επικαλείται λόγους δημοσίου συμφέροντος ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τέτοιοι λόγοι που θα επέβαλλαν την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος (πρβλ. Ε.Α. 284/2009, 701/2010, 956/2010, 167/2016).
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο τη συνέχιση λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην καθ’ ης Περιφέρεια Ιονίων Νήσων τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των ……. ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017 και εκδόθηκε στις 23 του ίδιου μήνα και έτους.


Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε έργα ή απασχολήσεις άσχετες με το δικαστικό λειτούργημα.

 ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΘΕΜΑ: «Δεν είναι επιτρεπτή κατά το άρθρο 89 παρ 2  Σ η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε έργα ή απασχολήσεις άσχετες με το δικαστικό λειτούργημα. Η διάταξη του άρθρου 32 παρ 2 γ N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017)  δεν είναι συμβατή με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη»

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ:
Η Ένωση Δικαστών  και Εισαγγελέων μου υπέβαλε το εξής ερώτημα:
Στο άρθρο 32 παρ 2 γ τον N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017) ορίζονται τα ακόλουθα:
 «Στην περίπτωση που καθήκοντα προϊσταμένου ασκεί υπάλληλος που δεν ανήκει στην κατηγορία ΠΕ πτυχιούχος νομικής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η καταχώριση πράξης ή απόφασης που έχει σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων στα βιβλία μεταγραφών διενεργείται από Ειρηνοδίκη που υπηρετεί εντός της ειρηνοδικειακής περιφέρειας στην οποία ανήκει το υποθηκοφυλακείο και ο οποίος ορίζεται με πράξη του Διευθύνοντος το Ειρηνοδικείο.»
Ερωτάται η ανωτέρω ρύθμιση είναι συμβατή προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος;
1.-ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ :
1.1- Το κανονιστικό διάταγμα της 19/23.7.1941 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των αναγκαστικών νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" (Α΄ 244)», που διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 66 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 –Α΄ 164) εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ορίζει στο άρθρο 1 ότι «Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν εν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ’ οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων: α) Η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφέρεια της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου…» και στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι «Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα.».  
Οι υποθηκοφύλακες είναι επικουρικοί  δικαστικοί υπάλληλοι[1] και τα Υποθηκοφυλακεία δημόσιες υπηρεσίες χωρίς καμία δικαιοδοτική αρμοδιότητα και  δικαιοδοσία. Σύμφωνα με το άρθρο 13 β.δ. 533/1963 «Περί εκτελέσεως άρθρου 10 ν.δ. 4201/61 περί των εργασιών των Υποθηκοφυλακείων», οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρισιν τινά ή εκ της ελλείψεως τινών των εν άρθροις 1 στοιχείων, δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας των ενεχομένων ή του ακινήτου ή το προς καταχώρισιν προσαγόμενον έγγραφο δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθροις 4 οριζόμενα, «δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτούμενην καταχώρισιν, δεον να απορρίψει την αίτησιν και αφού συντάξη επ’ αυτής πράξιν αιτιολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποιήση τον ενδιαφερόμενον εάν υπάρχει διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα».
1.2.-Ο υποθηκοφύλακας,ως δικαστικός υπάλληλος( Βλ.2573/2015 ΣτΕ), κατά γενικό κανόνα, περιορίζεται σε τυπικό έλεγχο της προσκομιδής των απαιτούμενων εγγράφων και δικαιολογητικών με τα οποία εξυπηρετείται η αρχή της δημοσιότητας (Γνωμ. Ράμμου – Τσιριντάνη ΝοΒ 17.148) και δεν έχει αρμοδιότητα ή εξουσία να κρίνει τη νομιμότητα ή μη των μεταγραφόμενων πράξεων και να αποφαίνεται για τις τυχόν ακυρότητες, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο, η παράβαση των οποίων καθιδρύει ενίοτε πειθαρχική ή ποινική του ευθύνη και στις οποίες ο νόμος  αναθέτει στους άνω πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις κατά τις οποίες δικαιούται, αφού παραλάβει την αίτηση, να εξετάσει το κύρος των προσαγόμενων προς μεταγραφή πράξεων και να αρνηθεί τη μεταγραφή, σημειώνοντας στο βιβλίο την άρνηση και τους λόγους αυτής (άρθρα 10 ν.δ. 4201/61 και 1 β.δ. 1043/66, άρθρα 13 παρ. 4 α.ν 1587/50, 106 παρ. 1 εδ. β’ ν.δ.11.8/73, 12 παρ. 2 π.δ. 129/89, 17 παρ. 12 και 29 παρ. 4 ν. 1337/83, 4 παρ. 2ν. 2052/1992, βλ. σχετ. Ράμμος ΕρμΑΚ Εισαγ. Άρθρα 1192-1228 αρ. 21γ, «Η μεταγραφή των συμβολαίων και η άρνηση των Υποθηκοφυλάκων για μεταγραφή» Μ. Δατσίδη, Αρμ. 1993. 1182 επ).
1.3.-Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 4201/1961[2], «…Το δημόσιον ευθύνεται δια τας πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων φυλάκων των υποθηκών και των υπαλλήλων των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων συμφώνως προς το άρθρον 105 εδ. 1 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικος…»
1.4.1.-Έχει κριθεί με την Απόφαση  666/2014 ΑΠ (Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2015/201)  ότι: «…. ο άμισθος ή ο έμμισθος υποθηκοφύλακας[3] ασκεί δημόσια εξουσία, όμως ευθύνη του Δημοσίου και κατ` επέκταση διοικητική διαφορά, που δικαιολογεί την εναγωγή του ίδιου του Δημοσίου, δημιουργείται κατά το άρθρ. 13 του ν.δ/τος 4201/1961, που τροποποίησε σιωπηρά το άρθρ. 1345 του ΑΚ, μόνο για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των έμμισθων υποθηκοφυλάκων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (ΣτΕ 429/2008), ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται ιδιωτικού δικαίου διαφορά, όταν αξιώνεται αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ατομικά από τον ίδιο τον υποθηκοφύλακα…»
1.4.2.-Έχει κριθεί με την Απόφαση 1297/2014 ΣτΕ: «ότι για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων υποθηκοφυλάκων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ευθύνεται το Δημόσιο κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, στο οποίο παραπέμπει η μεταγενέστερη του άρθρου 1345 Α.Κ. διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ. 4201/1961»
2.1.1-Επειδή στο άρθρο 92 Σ ορίζεται ότι: «4. Οι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Οι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.»
 Με το δ/γμα της 19/23.7.1941 ορίζεται  στο άρθρο 12 ότι «Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ’ ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ’ αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων», στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Τον ειδικόν άμισθον υποθηκοφύλακα … απόντα ή κωλυόμενον εξ οιουδήποτε λόγου αναπληροί εις των εν τη αυτή έδρα συμβολαιογράφων οριζόμενος υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών …, μη υπάρχοντος δε συμβολαιογράφου ο συμβολαιογραφών Ειρηνοδίκης».
2.1.2-Με άρθρο 1 του ν.2812/2000[4]  ορίζεται: «Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας , των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω-Λέρου».
2.1.3.-Ο Υποθηκοφύλακας όμως «δεν αποτελεί δημόσιο διοικητικό υπάλληλο αλλά πρόσωπο του δικαστικού οργανισμού συγκαταλεγόμενο μεταξύ των βοηθητικών δικαστικών λειτουργών, ως εκ της ιδιαιτέρας σημασίας των καθηκόντων του δια τας σχέσεις του αστικού δικαίου, όπερ ασκεί διαγεγραμμένη εκ του νόμου δικαιοδοσία, ενεργούν κατά την ενάσκησιν αυτής, ουχί κατά τας διαταγάς των ιεραρχικώς προϊσταμένων του, αλλά κατ'ιδίαν κρίσιν, αυτοτελώς και άνευ εξαρτήσεως από της εκτελεστικής ή άλλης εξουσίας.» (Εφετ.Πατρών 309/72 ΝοΒ ΚΑ 385)


3.-Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ:
3.1.-Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001 (Ψήφισμα της 6-4-2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
3.2.- Σύμφωνα με την κατ’ άρθρο ερμηνεία του Συντάγματος, Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, έκδ. 2017, σελ. 1373:
«Μία διεύρυνση της αποστολής των ασυμβιβάστων, πέραν από την ενίσχυση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών και προς το πεδίο προστασίας της λειτουργικής τους ανεξαρτησίας επιχείρησε να επιφέρει η αναθεώρηση του 2001 (βλ. αναλυτικά σε Σπυρόπουλο, Κοντιάδη, Ανθόπουλο, Γεραπετρίτη, Σύνταγμα, κατ’ άρθρο ερμηνεία, έκδ. 2017 σελ. 1371 επ). Η διεύρυνση αυτή επιτεύχθηκε με τη θέσπιση μιας ακόμη πιο εκτεταμένης προστασίας των δικαστών από έργα ή απασχολήσεις άσχετες με το δικαστικό λειτούργημα. Η νέα προστασία αφορά στην απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων στους δικαστές, πρακτική η οποία ήταν πολύ συνηθισμένη στην νομοθεσία προ της αναθεωρήσεως. Με την αναθεωρημένη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 89 Σ προστέθηκε μια σαφής διάσταση ευθείας και όχι απλώς παρεπόμενης προστασίας της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Εξάλλου τα διοικητικά όργανα επιτελούν το καθήκον τους, υπακούοντας μεν πρωτίστως στο Σύνταγμα και στους νόμους (δεσμευόμενα από την αρχή της νομιμότητας) αλλά δεν παύουν να υπάγονται σε μια διοικητική ιεραρχία, η οποία επιτρέπει τον ιεραρχικό τους έλεγχο είτε επί των πράξεων είτε επί των προσώπων. Επομένως τα διοικητικά όργανα απολαμβάνουν μιας σχετικής και μόνο λειτουργικής ανεξαρτησίας, καθώς επιδιώκεται μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ιεραρχικής υποταγής από τη μία και περιορισμένης λειτουργικής ανεξαρτησίας από την άλλη (Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ’ Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, έκδ. 1993, σελ. 433). Το καθεστώς αυτό το οποίο είναι ανοίκειο για δικαστικούς λειτουργούς, ενδέχεται να επηρέαζε και τους δικαστές που ορίζονταν μέλη συλλογικών οργάνων με διοικητικές αρμοδιότητες( Πικραμένος Μ, Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, Διοίκηση και Πολιτεία, 1993, 81 επ). Επίσης σε μια έννομη τάξη όπου το ζήτημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί ένα χρόνιο και επίμονο πρόβλημα, το κύριο μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει, πέραν των άλλων, και την απρόσκοπτη αφοσίωση του δικαστή στα δικαιοδοτικά του καθήκοντα. Με την έννοια αυτή απαγόρευσε την ενασχόληση του δικαστή με έργα άσχετα προς το δικαστικό λειτούργημα, τα οποία περιορίζουν την διαθεσιμότητά του και πλήττουν συνολικά την ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης (Γώγος, Η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στο έργο της διοίκησης μετά την αναθεώρηση του άρθρου 89 του Συντάγματος, τιμ. Τόμος Μανωλεδάκη, 2007, 185 επ.).  Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω συνταγματικής πρόβλεψης ο νομοθέτης με το ν. 2993/2002 τροποποίησε και συμπλήρωσε τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΟΔΚΔΛ, προβαίνοντας σε μια αναλυτική νομοθετική διαρρύθμιση των ζητημάτων που προέκυψαν από την θέσπιση της απαγόρευσης συμμετοχής των δικαστών σε επιτροπές και συμβούλια.»
4.-ΕΧΩ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ :
4.1.-Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από το γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Ειδικότερα, από την εν λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξη, στενώς, κατά τα ανωτέρω ερμηνευτέα, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό διοικητικών καθηκόντων μονομελούς οργάνου, ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει ή όχι πειθαρχικό, ελεγκτικό ή δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλ και πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής Ι Περιόδου, Α` Συνόδου, Σύνεδρ, ΡΛΒ΄ σελ. 597). Και τούτο διότι, στην περίπτωση-του μονομελούς οργάνου, η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο  βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος αμφισβήτησης ( του κύρους του δικαστικού,   λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου (βλ. ΣτΕ 2980/2010)
4.2.-Επειδή Ο Υποθηκοφύλακας μπορεί να αρνηθεί την μεταγραφή ή την εγγραφή κάποιας πράξεως, κατ’ άρθρο 13 του Ν.Δ. 533/1963, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου: «Οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρησιν τινα ή εκ της ελλείψεως τινών των εν τοις άθρθ. 1 και 3 στοιχείων δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητος των ενεχομένων ή του ακινήτου ή το προς καταχώρησιν προσαγόμενον έγγραφον δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθρ. 4 οριζόμενα ή δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτουμένη καταχώρησιν δέον να απορρίψη την αίτησιν και αφού συντάξη επ’ αυτής πράξιν αιτολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποιήση τον ενδιαφερόμενον, εάν υπάρχη η διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 791 παρ. 1 ΚΠολΔ: «1. Όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι’ αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει, το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα, να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνησή του και τους λόγους της…» Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση, αίρεται με απόφαση του Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η προκείμενη διάταξη έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός, θεσπίζει την ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση απαντήσεως του προσώπου, που τηρεί τα δημόσια βιβλία, στις σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων και, αφετέρου, καθορίζει διαδικασία άρσεως κάθε σχετικής εκκρεμότητας. Η διαδικασία μάλιστα αυτή είναι αποκλειστική, καθώς η άρνηση του υποθηκοφύλακα δεν αποτελεί διοικητική πράξη και, συνεπώς, δεν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως, ούτε είναι δυνατόν ο εξαναγκασμός των προσώπων σε καταχώρηση με διαταγή του Εισαγγελέα (ΕφΑθ 325/2001 ΕλλΔνη 42.2001, ΓνμδΕισΠρΧαλκιδικ 1/1989 ΑρχΝ 1990.403), ο οποίος δικαιούται να υποδείξει μόνο την εκτέλεση του καθήκοντός τους (ΓνμδΕισΑΠ 51/1949 .. ΞΑ’. 110, ΑΠ 1330/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 139, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΒέροιας 86/2004, ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη αναφέρεται σε αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών που τηρούν οι υποθηκοφύλακες (ΜΠΘεσ 37789/2008 Αρμ 2009, τ. ΞΓ, σελ. 1356). Η τυχόν δε παράλειψη της σχετικής σημείωσης (της άρνησης περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο) από τον αρμόδιο υπάλληλο δε δημιουργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανένα απαράδεκτο της υποβαλλόμενης στη συνέχεια αίτησης στο Δικαστήριο για την άρση της εκκρεμότητας που δημιουργήθηκε από την άνω άρνηση, γιατί η ως άνω σημείωση, ως μόνο σκοπό έχει την πληρέστερη διασφάλιση των δικαιωμάτων των τρίτων από τις συναλλαγές, οι οποίοι και μόνο μπορούν να επικαλεστούν την έλλειψη της σημείωσης, όταν μάχονται για τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από την υποβολή της ως άνω αίτησης προς τον τηρούντα τα ανωτέρω βιβλία, έως τη γενόμενη ενέργεια σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που επακολουθεί την άνω άρνηση. Από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται περαιτέρω ότι η άρνηση εκείνου που τηρεί τα βιβλία, όταν λείπει η άνω σημείωση, αποδεικνύεται με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο (βλ. Α.Π. 1858/1986 ΕΕΝ 1988.671, ΜΠΑ 6866/2005 ΑρχΝομ 2006, τ. ΝΖ, σελ. 387, 89 ΝΟΜΟΣ). Οι έχοντες έννομο συμφέρον για τη μεταγραφή ή εγγραφή (αιτών, διάδοχοι αυτού, αρμόδιος Εισαγγελέας ή Υπουργός που έχει την εποπτεία του κ.λ.π.), δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο αρνούμενος Υποθηκοφύλακας (άρθρο 740 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ., 791 ΚΠολΔ). Η αίτηση δεν χρειάζεται να στρέφεται κατά του Υποθηκοφύλακα που απέρριψε την αίτηση. Ακόμη δεν χρειάζεται επίδοση της αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Όμως, ο Δικαστής που ορίζει δικάσιμο για την αίτηση, μπορεί να διατάξει την επίδοσή της στον Υποθηκοφύλακα ή και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Με την έκδοση της απόφασης που δέχεται την αίτηση και υποχρεώνει τον αρνούμενο Υποθηκοφύλακα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, η Γραμματεία του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου διαβιβάζει προς αυτόν επικυρωμένο αντίγραφό της, οπότε ο Υποθηκοφύλακας είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με το διατακτικό της και να προβεί σε καταχώρηση (σημείωση) στο αντίστοιχο βιβλίο. Στην περίπτωση αυτή η εγγραφή στα προβλεπόμενα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου λογίζεται γενόμενη από την ημέρα υποβολής της αίτησης για εγγραφή. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου, προκειμένου να προβεί στη σχετική διαταγή, αφορά ιδίως στο σύννομο της άρνησης του τηρούντος τα δημόσια βιβλία (ΕφΑθ 2792/1994 Αρμ 1995.160). Εφόσον η αίτηση κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια, αλλά δέσμια αρμοδιότητα να διατάξει την αρνούμενη υπηρεσία να πραγματοποιήσει την εκκρεμή καταχώρηση ή να χορηγήσει το αιτούμενο πιστοποιητικό (ΜΠΘεσ 47638/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΘεσ 37789/2008 Αρμ 2009, τ. ΞΓ, σελ. 1356).
5.-Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ:
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από  τον N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017) άρθρο 32 παρ 2 γ :
 «Στην περίπτωση που καθήκοντα προϊσταμένου ασκεί υπάλληλος που δεν ανήκει στην κατηγορία ΠΕ πτυχιούχος νομικής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η καταχώριση πράξης ή απόφασης που έχει σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων στα βιβλία μεταγραφών διενεργείται από Ειρηνοδίκη που υπηρετεί εντός της ειρηνοδικειακής περιφέρειας στην οποία ανήκει το υποθηκοφυλακείο και ο οποίος ορίζεται με πράξη του Διευθύνοντος το Ειρηνοδικείο.»
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν , η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό των τελευταίων αυτών καθηκόντων, δεν είναι πλέον επιτρεπτή από 1.1.2002, κατά την διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος ,προεχόντως διότι πρόκειται περί διοικητικών καθηκόντων μονομελούς οργάνου. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το εν λόγω μονομελές όργανο δεν έχει πειθαρχικό ή ελεγκτικό χαρακτήρα αλλά ούτε και δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Τα  αυτά ισχύουν και για την διάταξη του άρθρου 5 του  Κανονιστικού διατάγματος της 19/23 Ιουλ. 1941 «Περί  κωδικοποιήσεως  εις  ενιαίον  κείμενον  των   διατάξεων των A.Ν.434/1937,1933/1939,2182/1940    και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων   του Κράτους».
Αθήναι 13/3/2017
Ο ΓΝΩΜΟΔΟΤΩΝ
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ



[1] Υπάλληλος εν τη εννοία της διατάξεως αυτής (άρθρο 242 παρ. 1 και 3 Π.Κ) είναι και ο υποθηκοφύλακας (ΑΠ 276/1976 ΠοινΧρ ΚΣΤ 724…» ΑΠ (Ποιν) 1667/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ)
[2] Ν.Δ. 4201 της 19/19 Σ/βρίου 1961. Περί    τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του οργανισμού    των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους και διατάξεών    τινων περί Συμβολαιογράφων (Α` 175).
[3] ΒΛ σκέψεις της 2753/2015 αποφάσεως του ΣΤΕ: «τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες υπό λειτουργική έννοια (κατ’ άλλη διατύπωση: δημόσιες υπηρεσίες σε περιορισμένο βαθμό κατά παραχώρηση, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξηρτημένες από τις δικαστικές αρχές, βλ. Σ.τ.Ε. 1991/1951 Ολ., γνμδ. Εισ. Α.Π. 2/1987) και υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία ασκείται «με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους» (βλ. άρθρο 7 παρ. 3 περ. γ΄ του π.δ. 36/2000, Οργανισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Α΄ 29). Ενόψει δε της σπουδαιότητας των καθηκόντων του άμισθου υποθηκοφύλακα από απόψεως δημοσίου συμφέροντος, τα οποία είναι σύμφυτα με την κατά νόμον αποστολή του υποθηκοφυλακείου και δεν διαφέρουν από τα καθήκοντα του έμμισθου υποθηκοφύλακα (βλ. και το άρθρο 23 παρ. 5 εδ. α΄του ν. 2664/1998, στο οποίο ο άμισθος υποθηκοφύλακας χαρακτηρίζεται ως «άμισθος δημόσιος λειτουργός»), ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το υπηρεσιακό καθεστώς του και υπέβαλε σε έντονη κανονιστική ρύθμιση την οργάνωση των άμισθων υποθηκοφυλακείων και το εργασιακό καθεστώς του προσλαμβανόμενου προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα προσωπικού με τις ισχύουσες και προ της εκδόσεως της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης σχετικές διατάξεις.»
[4] Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3472/2006,
    ΦΕΚ Α 135/4.7.2006.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ «ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ»


ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ «ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ»
Μελέτη
ΑΝΤΩΝΗ Π. ΑΡΓΥΡΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΑΠ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ


Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ»


Αριθμός 373/2016 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ :» ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ»

___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Σκαλτσούνης, Μ. Παπαδοπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 14 Νοεμβρίου 2016 αίτηση:
των ν.π.ι.δ. με την επωνυμία: 1. «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας», που εδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 47-49), 2. «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου», που εδρεύει στην Αθήνα (Τσόχα και Βουρνάζου 4), 3. «Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος», που εδρεύει στην Αθήνα (πρώην Σχολή Ευελπίδων, κτίριο 16), 4. «Ένωση Διοικητικών Δικαστών», που εδρεύει στην Αθήνα (Λουίζης Ριανκούρ 85) και 5. «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων», που εδρεύει στην Αθήνα (Πρωτοδικείο Αθηνών, πρώην Σχολή Ευελπίδων, κτίριο 6, γραφείο 210),
κατά των Υπουργών: 1. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και 2. Οικονομικών.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες ενώσεις επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1846 οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Σκαλτσούνη.

……

2. Επειδή, οι αιτούσες ενώσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της 1846οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β΄ 3300). Κατά της πράξης αυτής οι αιτούσες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 13η.1.2017.

3. Επειδή, το άρθρο 40 του π.δ. 18/89 (Α΄ 8) ορίζει ότι: «Κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς ... τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών … και τη διαδικασία της εξαίρεσης ... εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Οργανισμού των Δικαστηρίων που ισχύουν για τη διαδικασία πολιτικών δικών ενώπιον του Αρείου Πάγου». Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985 - Α΄ 182) ορίζει στο άρθρο 52 ότι: «1. Δικαστές, εισαγγελείς και υπάλληλοι της γραμματείας, με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν ενεργούν, μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο α) αν είναι διάδικοι ή συνδέονται με έναν από τους διαδίκους ως συνδικαιούχοι, συνυπόχρεοι ή είναι υπόχρεοι σε αποζημίωση ή έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον στη δίκη, ... στ) αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα, 2. ...»· στο άρθρο 53 ορίζει ότι: «1. Είναι απαράδεκτη η αίτηση για την εξαίρεση ολόκληρου του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή όλων των μελών της εισαγγελίας του ή τόσων αρεοπαγιτών, ώστε με τον αριθμό που απομένει να μην είναι δυνατή η νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου αυτού. 2. ...». Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη ρυθμίζει την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. για όλους τους υπόχρεους δικαστικούς λειτουργούς, επομένως και για τα μέλη της παρούσας Επιτροπής Αναστολών. Συνεπώς, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, κατ’ αρχήν, λόγος εξαίρεσης από τους προβλεπόμε­νους στο άρθρο 52 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Δεδομένου όμως ότι αντίστοιχος λόγος συντρέχει στο πρόσωπο όλων των δικαστικών λειτουργών του Δικαστηρίου, τυχόν αποδοχή του θα οδηγούσε σε ολοσχερή αδυναμία συγκρότησης Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυναμένης να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση (πρβλ. Ε.Α. 806/2004). Εν όψει τούτου, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης των μελών της και προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης.

4. Επειδή, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού»· στο άρθρο 87 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία». Περαιτέρω, στο άρθρο 88 παρ. 4 ορίζεται ότι: «Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93»· στο άρθρο 90 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. …»· στο άρθρο 91 παρ. 1 και 3 ορίζεται ότι: «1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. … 3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης. …». Από τις ως άνω διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που αποτελεί το θεμέλιο του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας - ως ισότιμης με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική) - αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης με την ανεξαρτησία των δικαστών.

5. Επειδή, ο ν. 3213/2003 (Α΄ 309) «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων προσώπων», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ιδίως μετά τους ν. 4281/2014 (Α΄ 160), 4389/2016 (Α΄ 94), 4396/2016 (Α΄ 111) και 4425/2016 (Α΄ 185), ορίζει τα ακόλουθα: άρθρο 1 «Υπόχρεοι σε δήλωση 1. Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους υποβάλλουν:… ιβ. Οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί …»· άρθρο 2 «Περιεχόμενο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης 1. α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου. Ειδικώς, η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: i. Τα έσοδα από κάθε πηγή. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου), τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους. iv. Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts). v. Η μίσθωση θυρίδων σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, το σύνολο των μετρητών, που δεν περιλαμβάνονται στην περίπτωση iv. του παρόντος εδαφίου, εφόσον το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα προαναφερόμενα ποσά αφορούν αθροιστικά τον υπόχρεο, το σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. vi. Τα κινητά μεγάλης αξίας, εφόσον η αξία αυτών υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Αν τα κινητά πράγματα αποτελούν κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις ενιαίο σύνολο, για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία του συνόλου των πραγμάτων. Η δηλούμενη αξία προκύπτει είτε από σχετικό παραστατικό αγοράς ή από πράξη της φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας κατά το χρόνο κτήσης τους. Στην περίπτωση κατά την οποία τα κινητά είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η εκτιμώμενη αξία δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στη σχετική σύμβαση. vii. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. viii. Η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου). ix. … β. i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ii. Στη δήλωση αναφέρονται τα προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων. Οι υπόχρεοι προσκομίζουν στο αρμόδιο όργανο ελέγχου αντίγραφα των οικείων παραστατικών εφόσον τους ζητηθεί. γ. … Ειδικότερα, τα πρόσωπα που ελέγχονται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 3Β παρ. 2 του παρόντος νόμου και το άρθρο 7Α παρ. 3 περίπτωση γ στοιχεία αα έως ζζ του ν. 3691/2008 επισυνάπτουν στη δήλωση αντίγραφα των αναγκαίων εγγράφων, από τα οποία προκύπτει η δηλούμενη περιουσιακή κατάσταση, όπως αυτά θα εξειδικευθούν στην απόφαση του Προέδρου της Βουλής και την κοινή υπουργική απόφαση, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003. δ. … 2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με όμοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος διαχείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. Οι δηλώσεις υπόκεινται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, μετά την οποία πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, καθώς και η χρονολογία κτήσης. Για την επεξεργασία λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσιμη, η αξία κτήσης. 3. … 4. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης, μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της δήλωσης»· άρθρο 3 «Όργανα και διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης 1. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υποβάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου στην Επιτροπή του άρθρου 3Α, αα) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄ και μστ΄ έως μη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, στην Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. Για τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των εν λόγω προσώπων εφαρμόζονται όσα ορίζονται στα στοιχεία γ΄ και δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7Α του ν. 3691/2008 (Α΄ 166), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3932/2011 (Α΄ 49). ... β) … 2. Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τη διακρίβωση, εάν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων. Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου. 3. ...»· άρθρο 6 «Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης 1. Διοικητικό πρόστιμο εκατόν πενήντα (150) έως τετρακόσια (400) ευρώ, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, επιβάλλεται σε όποιον υποβάλλει δήλωση μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με τα αρμόδια για την επιβολή όργανα, την διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που εκδίδεται εντός πέντε (5) μηνών, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει δήλωση μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. … 3. … 4. Αν οι πράξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες. 5. Τρίτος ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή. 6. Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 7. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης στο διαδίκτυο, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης». Εξάλλου, με την παρ. 6 του άρθρου 66 του ν. 4409/2016, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4425/2016, ορίζεται ότι: «Κατ’ εξαίρεση και ειδικώς για την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης του έτους 2016 (χρήση 2015) του ν. 3213/2003 και των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων του άρθρου 229 του ν. 4281/2014 η προθεσμία υποβολής αρχίζει τη 15η Οκτωβρίου 2016 και λήγει τη 15η Ιανουαρίου 2017».
6. Επειδή, σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1846οικ./ 13.10.2016 κοινή υπουργική απόφαση, στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: άρθρο 1 «Πεδίο Εφαρμογής Η παρούσα έχει εφαρμογή στα υπόχρεα πρόσωπα του Ν. 3213/2003 ... όπως ισχύει, τα οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, υποβάλλουν τις δηλώσεις τους και ελέγχονται από: α) την Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. β) ...»· άρθρο 2 «Διαδικασία υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης 1. Ο υπόχρεος υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) απαιτείται να είναι ενεργός χρήστης των υπηρεσιών του TAXISnet, προκειμένου να υποβάλει τη δήλωση αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον υπόχρεο και αφορά την περιουσιακή κατάστασή του, καθώς και του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Υποχρέωση υποβολής δήλωσης υφίσταται και στην περίπτωση, που δεν έχει μεταβληθεί η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. 2. Η ταυτοποίηση υπόχρεου και συζύγου από την εφαρμογή ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., γίνεται με τη χρήση των προσωπικών κωδικών στο TAXISnet. Διακριτούς προσωπικούς κωδικούς TAXISnet πρέπει να έχει τόσο ο υπόχρεος, όσο και ο/η σύζυγος υπόχρεου υποβολής Δ.Π.Κ., προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποχρεωτική έγκριση των περιουσιακών στοιχείων, που δηλώθηκαν από τον υπόχρεο και αφορούν στον/στην σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. Η αίτηση για τη χορήγηση και η διαχείριση των κωδικών αυτών, γίνεται αποκλειστικά μέσω του συστήματος TAXISnet. 3. Κατά την υποβολή ετήσιας Δ.Π.Κ. ο υπόχρεος οφείλει σε κάθε περίπτωση να επικαιροποιήσει την περιουσιακή του κατάσταση, σε σχέση με το αντίγραφο της Δ.Π.Κ. του αμέσως προηγούμενου έτους, που παράγεται από την ηλεκτρονική εφαρμογή για την υποβοήθησή του και να διατηρήσει αναλλοίωτα τα στοιχεία, τα οποία δεν έχουν μεταβληθεί. 4. Ο υπόχρεος υποβάλλει με τον/την σύζυγο κοινή Δ.Π.Κ. 5. Σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του/της συζύγου υπόχρεου, να συνυποβάλλει κοινή δήλωση, η δήλωση υποβάλλεται μόνον από τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει να αναφέρει συγχρόνως στις παρατηρήσεις του συστήματος το γεγονός της άρνησης ή της αδυναμίας. Άρνηση θεωρείται και η βεβαιωμένη διάσταση των συζύγων, που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου»· άρθρο 3 «Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) 1. Η Δ.Π.Κ. του Ν. 3213/2003 (Α΄ 309), όπως ισχύει, έχει ως περιεχόμενο το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας. 2. Κατά την υποβολή Δ.Π.Κ. από τον υπόχρεο, τα βασικά στοιχεία αυτού, δηλαδή, ο Α.Φ.Μ., το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο, εμφανίζονται όπως τηρούνται στο φορολογικό Μητρώο. Σε περίπτωση ανακρίβειας αυτών, απαιτείται, πριν από την υποβολή της δήλωσης, η διόρθωση των ανακριβών στοιχείων στο φορολογικό Μητρώο. 3. Τα προσωπικά στοιχεία του υπόχρεου, όπως Α.Δ.Τ., διεύθυνση, τηλέφωνο κ.λπ., δηλώνονται ως έχουν κατά την ημερομηνία της υποβολής της Δ.Π.Κ. Τα λοιπά στοιχεία, όπως υπηρεσιακά, οικογενειακά κ.λπ., ως και η ιδιότητα του υπόχρεου δηλώνονται ως είχαν κατά το έτος, που αφορά η δήλωση. 4. Η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. Η ετήσια Δ.Π.Κ. περιέχει τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους, στο οποίο αφορά η δήλωση, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. 5. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται υποχρεωτικώς ο τρόπος απόκτησης, το ύψος της σχετικής δαπάνης (καταβληθέν τίμημα), καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης περιουσιακού στοιχείου, που είχε δηλωθεί σε προηγούμενη δήλωση του υπόχρεου, δηλώνεται το εισπραχθέν τίμημα. 6. Ειδικά σε περίπτωση απόκτησης νέου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή εκποίησης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, που έχει δηλωθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του υπόχρεου, δηλώνονται τα στοιχεία του συμβολαίου απόκτησης ή εκποίησης. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμβόλαιο απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων λόγω κληρονομικής διαδοχής, δηλώνονται τα στοιχεία του κληρονομούμενου, καθώς και ο τρόπος και η ιδιότητα, με την οποία ο υπόχρεος έγινε κληρονόμος. 7. Στην περίπτωση απόκτησης και απώλειας εμπράγματου δικαιώματος επί του ίδιου ακινήτου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται και οι δύο μεταβολές. Το άνω ισχύει αντίστοιχα και για τα οχήματα, πλωτά και εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και για τις συμμετοχές σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση»· άρθρο 4 «Διασφαλίσεις για την ηλεκτρονική υποβολή και Συνημμένα Δικαιολογητικά 1. Για την υποβοήθησή του στην ηλεκτρονική υποβολή της Δ.Π.Κ., ο υπόχρεος, μετά την ταυτοποίησή του μέσω των κωδικών του TAXISnet και εφόσον συναινέσει με υπεύθυνη δήλωσή του σε αυτό, μπορεί να μεταφέρει στη Δ.Π.Κ. τα δεδομένα της τελευταίας ηλεκτρονικά υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1) του έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στη «βεβαίωση της περιουσιακής του κατάστασης» κατά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι αρχική ή του τρέχοντος έτους, εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι ετήσια, όπως αυτά τηρούνται ηλεκτρονικά στη Γ.Γ.Δ.Ε. 2. Όλα τα δεδομένα των ανωτέρω δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί, κατά την οριστική υποβολή της Δ.Π.Κ., από τυχόν υποβολή τροποποιητικών ή/και συμπληρωματικών δηλώσεων εισοδήματος για το έτος που αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου κατά την ημερομηνία της ανωτέρω παραγράφου, θα επισυνάπτονται αυτόματα ηλεκτρονικά στην υποβαλλόμενη Δ.Π.Κ., όπως προβλέπεται στο άρθρ. 2 της παραγράφου 1 περ. γ΄ του Ν. 3213/2003. 3. Η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Γ.Γ.Δ.Ε., που είναι η αρμόδια υπηρεσία για τις ανωτέρω χορηγήσεις όλων των στοιχείων των δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων, οφείλει να τηρεί αρχείο για αυτές, με το στοιχείο της ημερομηνίας και ώρας χορήγησης/πρόσβασης, καθώς και το μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης της οριστικοποιημένης Δ.Π.Κ., που σχετίζεται με την κάθε χορήγηση. Για τις Δ.Π.Κ. των ετών 2015 και 2016, που έχουν οριστικοποιηθεί ηλεκτρονικά από τους υπόχρεους πριν από την έκδοση της παρούσας, θα πρέπει να επισυναφθούν ηλεκτρονικά από τη Δ.ΗΛΕ.Δ. σε συνεργασία με το φορέα λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής Δ.Π.Κ., τα συνυποβαλλόμενα της ανωτέρω παραγράφου 2. 4. Για τη διευκόλυνση του ελέγχου των Δ.Π.Κ., όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, η φορολογική διοίκηση χορηγεί στα αρμόδια όργανα ελέγχου, μετά από αίτησή τους, στοιχεία για όλες τις πιθανές τροποποιήσεις των παραπάνω δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων αρμοδιότητάς τους, οι οποίες τηρούνται ηλεκτρονικά. 5. Με την οριστική υποβολή της δήλωσης, ο υπόχρεος δύναται να αποθηκεύσει στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αντίγραφο της υποβληθείσας Δ.Π.Κ., ως αποδεικτικό υποβολής, όπου εμφανίζονται ο αριθμός αυτής και η ημερομηνία υποβολής της. 6. Κατά τη διαδικασία της ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., οι υπόχρεοι, οι οποίοι ανήκουν στις κατηγορίες των υποχρεωτικά ελεγχόμενων προσώπων, όπως αυτές προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποστέλλουν ηλεκτρονικά στο αρμόδιο όργανο ελέγχου, εφάπαξ κατά την υποβολή της αρχικής δήλωσης και εφόσον υπάρχουν μεταβολές κατά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης, τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α. Συμβόλαια των ακινήτων. β. Βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών προϊ­όντων, όπως αυτά περιγράφονται στο στοιχείο iii της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, που κατ’ ελάχιστον θα περιλαμβάνουν το όνομα του χειριστή της μερίδας, το όνομα των προϊόντων, το κόστος κτήσης και την αποτίμηση αυτών. γ. Βεβαιώσεις ή παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και αντίστοιχες βεβαιώσεις ή παραστατικά για κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστευμάτων (trusts). δ. Παραστατικά των Τραπεζών, Ταμιευτηρίων και άλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών Ιδρυμάτων απ’ τα οποία θα αποδεικνύεται η μίσθωση θυρίδων. ε. Παραστατικά αγοράς ή πράξεις φορολογικής αρχής ή ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα κινητά μεγάλης αξίας άνω των 30.000,00 €, όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στο στοιχείο vi της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003. στ. Άδειες κυκλοφορίας πλωτών και εναερίων μεταφορικών μέσων, καθώς και των κάθε χρήσης οχημάτων και σε περίπτωση απόκτησης ή εκποίησης κατά την διάρκεια του χρόνου που αφορά η δήλωση επιπλέον παραστατικά αγοράς ή πώλησης. ζ. Παραστατικά για συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση. 7. Το απόρρητο της διαδικτυακής επικοινωνίας του υπόχρεου με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ. διασφαλίζεται με τη χρήση ψηφιακού πιστοποιητικού από την εφαρμογή υποβολής. Τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. τηρούνται κρυπτογραφημένα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του συστήματος. Το ηλεκτρονικό σύστημα συνοδεύεται από πολιτικές ασφάλειας, που καλύπτουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων»· άρθρο 5 «Ηλεκτρονική επεξεργασία 1. Υπεύθυνοι επεξεργασίας της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης, όπως ορίζεται στο Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50), είναι τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους αρμοδιότητάς τους. 2. Εκτελούντες την επεξεργασία της παραπάνω βάσης δεδομένων κατ’ εντολή των υπευθύνων επεξεργασίας, όπως επίσης ορίζεται στο Ν. 2472/1997, είναι τα όργανα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης, καθώς και τα ίδια τα όργανα ελέγχου αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 3. Την ευθύνη διαχείρισης του ηλεκτρονικού συστήματος έχουν τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 4. Για τις ανάγκες του ελέγχου των Δ.Π.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύουν, κάθε όργανο ελέγχου ορίζει τους υπαλλήλους του, καθώς και τα δικαιώματα πρόσβασης, που αυτοί έχουν επί των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του ηλεκτρονικού συστήματος. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα των υπαλλήλων αυτών είναι αυστηρά προσωποποιημένη, ελεγχόμενη μέσω μοναδικού ονόματος χρήστη και προσωπικού μυστικού κωδικού. Επίσης, οι ενέργειες των υπαλλήλων αυτών εντός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγράφονται ηλεκτρονικά»· άρθρο 8 «Τύπος, περιεχόμενο και διαδικασία υποβολής της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) 1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων του άρθρου 229 του Ν. 4281/2014 (Α΄ 260) όπως ισχύει, έχει ως το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας. 2. Η Δ.Ο.Σ. υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής από τον υπόχρεο και τον/την σύζυγο, ταυτόχρονα με την υποβολή της Δ.Π.Κ. Η υποβολή της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων αποδεικνύεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 της παρούσας».
7. Επειδή, ο ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 166), όπως έχει τροποποιηθεί (κυρίως με τους ν. 3932/2011 και 4389/2016), ορίζει τα ακόλουθα: άρθρο 7 «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης 1. Συνιστάται «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης» (εφεξής «Αρχή»). Σκοπός της Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄ έως και ιε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 ... 2. Η Αρχή απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της είναι στο Νομό Αττικής, σε τόπο που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ο προϋπολογισμός της Αρχής αποτελεί τμήμα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών. … 3. Για οποιαδήποτε διαφορά διοικητικής ή αστικής φύσης ανακύπτει από τη λειτουργία της Αρχής αποκλειστικά αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας. 4. Η Αρχή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δεκατέσσερα (14) Μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις αυτές ιδιότητες και προσόντα με αυτούς. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους. Η θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται για μια ακόμα φορά. 5. Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, με γνώση της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι πλήρους απασχόλησης. Ο διορισμός του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 6. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από πρόταση κατά λόγο αρμοδιότητας των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι προτείνουν πρόσωπα που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος τους και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό, νομικό ή επιχειρησιακό τομέα, ανάλογα με τις απαιτήσεις των επί μέρους Μονάδων της Αρχής. Ο διορισμός των τακτικών Μελών γίνεται αφού προηγηθεί γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινόμενων προσώπων. Για το σκοπό αυτόν εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»· άρθρο 7Α «Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους, και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι Μονάδες και οι αρμοδιότητές τους έχουν ως εξής: 1. Α΄ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών ... 2. Β΄ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας … 3. Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης α) Η Γ΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) Μέλη της Αρχής και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, ββ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος, που προτείνεται από τον Διοικητή της, γγ) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και δδ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με πτυχίο νομικής σχολής, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό. β) Η Γ΄ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή τριάντα (30) θέσεις, από τις οποίες οι δέκα (10) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης. γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο αα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, πλην εκείνων του άρθρου 14 του ιδίου νόμου. Διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών. Προβαίνει σε έλεγχο όλων των δηλώσεων: … δδ) των Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, … Ως προς τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, η Μονάδα προβαίνει σε δειγματοληπτικό, κατά την κρίση της, ή στοχευμένο έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης. Ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τη διακρίβωση, κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 όπως ισχύει, εφαρμόζεται αναλόγως. Η Μονάδα μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3213/2003. δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3213/2003, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του ν. 3213/2003, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής. ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»· άρθρο 7Β «Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής 1. Οι Μονάδες της Αρχής έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα «Τειρεσίας». 2. Οι Μονάδες μπορούν να ζητούν στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών τους τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής. Ενημερώνουν εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τους διαβιβάζοντες τις πληροφορίες ότι τις έλαβαν και τους παρέχουν άλλα σχετικά στοιχεία, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών τους και δεν δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι Μονάδες μπορούν, επιπλέον, σε σοβαρές κατά την κρίση τους υποθέσεις, να διενεργούν ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνεργαζόμενες, αν κριθεί αναγκαίο, με τις εκάστοτε Αρμόδιες αρχές. 3. Οι Μονάδες ζητούν από τα Υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και στις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων, υπό την προϋπόθεση τήρησης - εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση - των άρθρων 9 παράγραφος 1, 9Α και 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος, και ενημερώνουν τις Αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης των εν λόγω προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. 4. Έναντι των Μονάδων δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών τους, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 5. Οι Μονάδες δύνανται να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τους αναφερόμενους στο άρθρο 40 φορείς και τηρούν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 38. 6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη και το προσωπικό της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Επίσης, έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών»· άρθρο 7Γ «Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής … 8. Ο Πρόεδρος, τα Μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής που παραβαίνουν εκ δόλου τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινική, και πειθαρχική ευθύνη. Η πειθαρχική δίωξη κατά του Προέδρου ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών. Η πειθαρχική δίωξη κατά των Μελών ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2472/1997 ... Τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την απαλλαγή ή την παύση του εγκαλουμένου. Η πειθαρχική δίωξη κατά των υπαλλήλων ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων από τους οποίους προέρχονται, μετά από σχετική αναφορά του Προέδρου της Αρχής».

8. Επειδή, το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 ορίζει στις παρ. 6, 7 και 8 τα εξής: «6. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7. Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. 8. Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων».

9. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως της πράξης της οποίας ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση προβάλλεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. αα του ν. 3213/2003 και των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. β, 7Α παρ. 3 περ. γ υποπερ. δδ του ν. 3691/2008 αντίκεινται στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντάγματος) και στην αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών (άρθρα 87 έως 91 Συντάγματος), διότι αναθέτουν τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εισαγγελικοί λειτουργοί, σε όργανο μη συγκροτούμενο κατά πλειοψηφία τουλάχιστον από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Προβάλλεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 7Α παρ. 3 περ. γ υποπερ. δδ του ν. 3691/2008 περί υποχρεωτικού ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας και η συναφής υποχρέωση των υποχρεωτικώς ελεγχομένων προσώπων να επισυνάψουν στη Δ.Π.Κ. όλα τα αναγκαία έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η περιουσιακή τους κατάσταση (άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ εδ. δ ν. 3213/2003), και μάλιστα σε ηλεκτρονική μορφή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 6 της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, αντίκεινται στην αρχή της ισότητας· τούτο, διότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν όλους τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε ανώτατα δικαστήρια ανεξαρτήτως του βαθμού τους, δηλαδή και τους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του πρωτοδίκη διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και τους παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων· ειδικώς δε, οι εισηγητές και οι πάρεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν διαθέτουν αποφασιστική ψήφο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η επιβολή με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α, υποπερ. v και vi του ν. 3213/2003 υποχρέωσης δήλωσης των μετρητών χρημάτων (που δεν συμπεριλαμβάνονται σε καταθέσεις) για ποσά που υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ, και των κινητών μεγάλης αξίας, άνω των 30.000 ευρώ, περιορίζει κατά τρόπο απρόσφορο και υπέρμετρο το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, του ιδιωτικού βίου και της ασφάλειας των υποχρέων και των οικογενειών τους, παρότι τα πρόσωπα αυτά συμμορφώνονται πλήρως με το νόμο έχοντας δηλώσει το σύνολο των εσόδων και των πάσης φύσεως περιουσιακών μεταβολών τους. Προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής απόφασης σχετικά με τη διασφάλιση του απορρήτου της διαδικτυακής επικοινωνίας των υποχρέων με τα συστήματα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και με την πολιτική ασφαλείας εν γένει του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού συστήματος (άρθρο 4 παρ. 7), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα μέλη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής, πλην του Προέδρου αυτής, δεν διαθέτουν εχέγγυα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεν διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των προσωπικών δεδομένων των υποχρέων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος διαρροής, δημοσιοποίησης και αθέμιτης χρήσης των κάθε είδους υποβαλλόμενων στοιχείων. Δεν προκύπτει δε ότι έχει εκπονηθεί μελέτη επικινδυνότητας με βάση τους υφιστάμενους κινδύνους και τη φύση των δεδομένων που θα συγκεντρωθούν στην επίμαχη ηλεκτρονική βάση, η οποία [μελέτη] εντάσσεται σε ένα Σύστημα Ασφαλείας Πληροφοριακών Συστημάτων ως κατάλληλο μέτρο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η υποχρέωση δήλωσης των μετρητών χρημάτων (που δεν συμπεριλαμβάνο­νται σε καταθέσεις) για ποσά που υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ παραβιάζει την αρχή της οικονομικής ελευθερίας, διότι υποχρεώνει εμμέσως τους υπόχρεους να παρακαταθέσουν τα υπάρχοντα μετρητά χρήματα σε πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και ότι η υποχρέωση δήλωσης κινητών περιουσιακών στοιχείων, η αξία των οποίων υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, αντίκειται στην αρχή της βεβαιότητας του φόρου (78 παρ. 1 Συντάγματος), διότι οι υπόχρεοι θα πρέπει να προσλάβουν και να καταβάλουν αμοιβή σε ειδικό εκτιμητή, προκειμένου να αποτιμηθεί η αξία κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία δεν υφίστανται παραστατικά. Προβάλλεται ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003 σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς Δ.Π.Κ. (ποινή φυλάκισης και υψηλότατη χρηματική ποινή) είναι δυσανάλογες με τη βαρύτητα των συγκεκριμένων παραβάσεων που μπορεί να αφορούν την παράλειψη δήλωσης τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο ο υπόχρεος τυγχάνει συνδικαιούχος ή/και έχει μηδενικό υπόλοιπο ή παραμένει για χρόνια αδρανής, ή τη μη υποβολή ενός από τα πολυάριθμα δικαιολογητικά που πρέπει να αποσταλούν ηλεκτρονικά. Ειδικώς, όσον αφορά τα ηλεκτρονικώς υποβαλλόμενα δικαιολογητικά, προβάλλεται ότι μετακυλύεται από το Δημόσιο στον υπόχρεο η υποχρέωση μετατροπής σε ηλεκτρονική μορφή όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών, και υπάρχει ο κίνδυνος της μη ορθής ή μη πλήρους ηλεκτρονικής αποτύπωσης αυτών (λ.χ. παλαιά συμβόλαια), ενώ οι υπηρετούντες δικαστικοί λειτουργοί έχουν ήδη υποβάλει σε έγγραφη μορφή όλα τα στοιχεία σχετικά με την περιουσιακή τους κατάσταση. Τέλος, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη κοινή υπουργική απόφαση δεν περιλαμβάνει οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της Δ.Π.Κ. ούτε επεξηγηματικούς πίνακες και, κατά τούτο, είναι αόριστη, ενώ προβλέπει στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι γενικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τη συμπλήρωση και υποβολή των Δ.Π.Κ. εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα ελέγχου, ανά κατηγορία υποχρέων, παρέχοντας στα όργανα αυτά αρμοδιότητα που δεν προβλέπει ο νόμος.
10. Επειδή, με τους περισσότερους από τους ανωτέρω ακυρωτικούς λόγους αμφισβητείται η συνταγματικότητα διατάξεων του ν. 3213/2003 και του ν. 3691/2008, με τις οποίες ρυθμίζεται η διαδικασία υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. από τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι λόγοι αυτοί, αν και δεν αφορούν το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, δεν είναι προδήλως απαράδεκτοι, διότι, τυχόν ανίσχυρο του συστήματος υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., που εισάγεται με τις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων, συνεπάγεται την ακύρωση και της προσβαλλόμενης απόφασης, η νομιμότητα της οποίας προϋποθέτει πάντως ότι το σύστημα αυτό είναι, από συνταγματική άποψη, έγκυρο (βλ. Ε.Α. 180/2012 Ολομ., πρβλ. Ε.Α. 820/2006, 969/2005, βλ. Σ.τ.Ε. 3266/2008 7μ., 2471/2008 Ολομ.). Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που προβάλλει το Δημόσιο με το από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις προβλέπονται απευθείας στο νόμο και ότι η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση ουδεμία ρύθμιση θεσπίζει σχετικά με την αρμοδιότητα της Μονάδας Γ΄ της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης είναι απορριπτέοι.
11. Επειδή, οι αιτούσες ενώσεις προβάλλουν ότι η αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή, διότι από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης οι δικαστικοί λειτουργοί κινδυνεύουν να υποστούν βλάβη ανεπανόρθωτη ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 6 του ν. 4409/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 του ν. 4425/2016 οι δικαστικοί λειτουργοί υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις μέχρι τις 15.1.2017· συνεπώς, θα υποβάλουν μετά βεβαιότητος προς έλεγχο (υποχρεωτικό ή δειγματοληπτικό κατά περίπτωση) τις δηλώσεις σε όργανο απαρτιζόμενο από πρόσωπα που δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και περιλαμβάνοντας σε αυτές απόρρητα στοιχεία της περιουσιακής τους κατάστασης, αλλά και εξόχως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Επίσης, ενδέχεται να υποστούν δυσανάλογα αυστηρές κυρώσεις σε περίπτωση υποβολής ελλιπών δηλώσεων. Η βλάβη δε των δικαστικών λειτουργών, σε βάρος των οποίων θα διατυπωθεί μομφή για την εντιμότητα και την ακεραιότητά τους, είναι ανεπανόρθωτη, ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχερώς επανορθώσιμη, ακόμη και αν η μομφή αυτή αρθεί τελικά με δικαστική απόφαση. Τέλος, υφίσταται, κατά τις αιτούσες, άμεσος κίνδυνος διαρροής των στοιχείων της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, η οποία, αν συντελεσθεί, είναι αδύνατο να επανορθωθεί σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Επικαλούνται δε, μεταξύ άλλων, την 98/2013 απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 150.000 ευρώ στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για παραβίαση της υποχρέωσής της να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα τη διαρροή δεδομένων που αφορούν το σύνολο σχεδόν των φορολογουμένων στην Ελλάδα. Το Δημόσιο με το έγγραφο απόψεων προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι με την υποβολή των ένδικων δηλώσεων στην ως άνω διοικητική αρχή δεν θίγεται η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών στοιχείων των υποχρέων.
12. Επειδή, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη το προεκτεθέν συνταγματικό, νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και συνεκτίμησε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, κρίνει ότι η άμεση ηλεκτρονική υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. στο προβλεπόμενο από το άρθρο 7Α παρ. 3 του ν. 3691/2008 συλλογικό όργανο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχό τους και το οποίο πάντως δεν συγκροτείται, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, από δικαστικούς λειτουργούς, απολαμβάνοντες εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά το άρθρο 87 του Συντάγματος, είναι δυνατόν, εν όψει των ιδιαίτερα σοβαρών, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνεπειών που μπορεί εν γένει να επιφέρει στο πρόσωπο και την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, να προξενήσει σ’ αυτούς βλάβη μη επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, ούτε το Δημόσιο προβάλλει, ούτε προκύπτει ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης όσον αφορά την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. από τους δικαστικούς λειτουργούς για το έτος 2016 (χρήση 2015). Ενόψει τούτων, καθώς και του προσδιορισμού σύντομης δικασίμου της αίτησης ακυρώσεως, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο μέτρο η αναστολή της υποχρέωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλουν Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. έτους 2016 (χρήση 2015) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακυρώσεως. Η αναστολή δε αυτή καταλαμβάνει, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία το υπόχρεο πρόσωπο είναι δικαστικός λειτουργός, και την περίπτωση κατά την οποία δικαστικός λειτουργός είναι σύζυγος προσώπου που υπέχει αυτοτελή υποχρέωση υποβολής δήλωσης, υπό την έννοια ότι στις Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. του αυτοτελώς υπόχρεου προσώπου δεν θα περιλαμβάνονται και τα αντίστοιχα στοιχεία του δικαστικού λειτουργού.
Δέχεται την αίτηση.
Διατάσσει ως κατάλληλο μέτρο την αναστολή της υποχρέωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλουν Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης και Δήλωση Οικονομικών Συμφερόντων έτους 2016 (χρήση 2015) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως.

ΣΧΟΛΙΟ:
Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΟΥΣΙΩΔΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ
Δεν γεννάται αμφιβολία πώς η ανωτέρω απόφαση αποτελεί λαμπρό παράδειγμα δικαστικής αποφάσεως που με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία  απάντά  στους εύλογους Φόβους  που εκφράζουν οι δικαστές και οι δικαστικές Ενώσεις  από τυχόν δημοσιοποίηση του Πόθεν Έσχες τους:  "Καθήκον της Πολιτείας είναι η διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την ανεμπόδιστη άσκηση του δικαστικού μας έργου." Η αίτηση αναστολής έγινε δεκτή με το αιτιολογικό ότι η πλειονότητα των  μελών της  αρμόδιας Αρχής που θα ελέγχει τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί  και ότι το ελληνικό δημόσιο δεν προέβαλλε ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της από 13.10.2016 απόφασης των υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών για την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων πόθεν έσχες. Άλλωστε είναι προφανής ο  για τον άμεσος κίνδυνο διαρροής των προσωπικών δεδομένων των δικαστικών λειτουργών , καθώς η αρμόδια Αρχή  που θα επεξεργάζεται το περιεχόμενο των δηλώσεων, απαρτίζεται από πρόσωπα που δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η παραβίαση των Συνταγματικών Αρχών και του Κράτους Δικαίου είναι προφανής  όταν :Παραβιάζεται η Αρχή:  α) της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς ο έλεγχος των δηλώσεων ανατίθεται με αντισυνταγματικό τρόπο σε Αρχή μη συγκροτούμενη κατά πλειοψηφία από δικαστές, β) της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, γ) της ισότητας, καθώς για άλλους δικαστές (των ανωτάτων δικαστηρίων) προβλέπεται ο έλεγχος των δηλουμένων στοιχείων και  η επισύναψη των στοιχείων που μεταβάλλονται (συμβόλαια, κ.λπ.), ενώ  για όλους τους άλλους (υπολοίπων βαθμίδων) προβλέπεται ο δειγματοληπτικός έλεγχος και η μη επισύναψη των εγγράφων που επιφέρουν μεταβολές περιουσιακής κατάστασης, κ.λπ. δ) της αναλογικότητας λόγω των προβλεπομένων δυσανάλογων μεγάλων κυρώσεων   για πιθανές  άθελες μικροπαραλείψεις  και λάθη κατά την υποβολή των δηλώσεων, όπως είναι και μεταξύ των άλλων, για μη επισύναψη αντιγράφων από τις μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης ε) της προστασίας των προσωπικών δεδομένων  λόγω της υποχρέωσης δήλωσης των χρημάτων (άνω των 15.000 ευρώ) και  των αντικειμένων μεγάλης αξίας (άνω των 30.000 ευρώ) που έχουν οι δικαστές εκτός των Τραπεζών και  λόγω του κινδύνου διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων και στοιχείων τους και στ) της βεβαιότητας του φόρου, γιατί θα πρέπει οι δικαστές να προσλάβουν και να καταβάλουν αμοιβή σε ειδικό εκτιμητή, προκειμένου να αποτιμηθεί η αξία των κινητών περιουσιακών τους στοιχείων για τα οποία δεν υπάρχουν παραστατικά .
Το δικαστικό Σώμα θρηνεί θύματα από εγκληματικές ενέργειες τρομοκρατών αλλά και ανθρώπων του κοινού ποινικού δικαίου. Σήμερα δεν υπάρχουν φοβισμένοι δικαστές και  στην Ελλάδα της «διαφθοράς»,  χρειαζόμαστε  γενναίους  και έντιμους δικαστές .
Είναι πραγματικά να ν’ ανησυχεί κανείς πώς έχει μας  εγκαταλείψει ο «κοινός νούς» σε ζητήματα τεράστιας σημασίας ,όπως η απονομή της Δικαιοσύνης και προστασίας των λειτουργών της. Φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι λόγοι που επιδιώκεται η δημοσιοποίηση των δηλώσεων «ποθεν έσχες» των δικαστικών λειτουργών. Ο λόγος είναι η διαφάνεια.  Δεν γεννάται αμφιβολία ότι η υποβολή και ο έλεγχος των δηλώσεων «πόθεν έσχες» είναι απολύτως αναγκαίοι όροι για την εμπέδωση του κράτους δικαίου ,την διαφάνεια και τον αυστηρό έλεγχο της διαφθοράς. Όμως ο αντίλογος που προκαλεί την ανάγκη στάθμισης είναι ότι  η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών.
Έχουμε την απορία, σε τι θα εμπόδιζε τον νομοθέτη να αναθέσει σε αμιγώς δικαστικό όργανο, όπως στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 91 παρ 2 Σ (χωρίς την συμμετοχή καθηγητών ΑΕΙ), το οποίο   υποστηριζόμενο από έμπειρους δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου  να προβαίνει στον έλεγχο του «πόθεν εσχες» όλων των δικαστικών λειτουργών ;
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
 Εάν κάποιος με εγκληματική συμπεριφορά θέλει να συλλέξει πληροφορίες για τον δικαστή που θα δικάσει ή δίκασε την υπόθεση του  ,αυτό καθίσταται πλέον  απολύτως ευχερές. Ο κίνδυνος είναι ακριβώς ο ίδιος από την αποκάλυψη των στοιχείων  οργάνων των υπηρεσιών που προασπίζουν την εθνική και την κοινωνική ασφάλεια. Τέτοιο «δώρο»  για την πραγμάτωση των ανόμων ενεργειών κανείς   δεν θα μπορούσε να φαντασθεί. Ακούγεται δε ότι θα αφορά η δημοσιοποίηση μόνον τους ανώτατους δικαστές. Η σκέψη και μόνο γεννά τρόμο ύποπτοι είναι Ανώτατοι Δικαστές ή αυτοί φαίνεται δεν εκβιάζονται και δεν απειλούνται! Αυτή η υπόδειξη  και  ως ιδέα είναι προσβλητική της αξιοπρέπειας των ανθρώπων αυτών. Αντί όλων αυτών των «ανοησιών» μήπως οδηγούμεθα πλέον σ’ ένα Κράτος που δεν θα σέβεται και θα υπερασπίζεται  ούτε τους υπερασπιστές του ;Νομίζω ότι η αναγκαία στάθμιση των δεδομένων που οδηγεί μοιραία ότι οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. «Δεν ξέρω κατά πόσον ο νόμος των πιθανοτήτων ισχύει στα Μαθηματικά ,σας λέω ότι στην Ιστορία ισχύει απολύτως»[1]
Άλλωστε αν έτσι οδηγούμεθα στην έμμεση κατάλυση της δικαστικής ανεξαρτησίας τότε αναγκαία η ρήση του Δημοσθένη «Τα δεδικασμεν’ακυρα ποιείν ,δεινόν ανόσιον και δήμου καταλυσις»
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ








[1] Σαράντης Καργάκος