Η ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΖΗΜΙΟΓΟΝΟ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
(Επισκόπηση νομολογίας αποζημιώσεως 104-106 ΕΙΣΝΑΚ)
«Η άμυνα του πολίτη»
«Στη Δημοκρατία ουδείς, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, δικαιούται να είναι ανέλεγκτος»
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
I. H αστική ευθύνη του Δημοσίου αποτελεί έναν από τους βασικούς επανορθωτικούς θεσμούς του Δικαίου.
Ο θεσμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου των Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ.(άρθρα 105,106 ΕισΝΑΚ ) για παράνομες(ΣτΕ 980/2002) ,αλλά και νόμιμες πράξεις(ΣτΕ 5504/2012)., παραλείψεις των οργάνων του (της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας) ζημίες που προκαλούν οι δημόσιες αρχές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ), εισήχθη για την προστασία των πολιτών από την αυθαιρεσία των κρατικών οργάνων, αποτελεί άμυνα του πολίτη και ασπίδα προστασίας, παράλληλα έναν από τους βασικούς επανορθωτικούς θεσμούς του δικαίου.
Α. Έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου:
1.Ο θεσμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, αποτελεί θεμέλιο της Αρχής της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου Η έννοια του Κράτους Δικαίου συνίσταται στην πραγμάτωση του δικαίου στην Πολιτεία, που πρωτίστως επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος).Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, μετά την αναθεώρηση αυτού με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους τελούν υπό την προστασία του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της. (Άρειος Πάγος 5/2013).
2. Η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου, θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 104-106 ΕισΝΑΚ και έρχεται να θεραπεύσει, ως επανορθωτικός μηχανισμός, σε σημαντικό βαθμό τις βλάβες που μπορεί να προκληθούν από τα Όργανα του Κράτους :α)από παράνομες πράξεις(ΣτΕ 980/2001) και την παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας και της αποκαταστάσεως του Κράτους Δικαίου .
Παράνομη θεωρείται εκείνη η πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια η οποία αντιβαίνει στην αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή της νομιμότητας. Ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται από τις πάσης φύσεως διοικητικές πράξεις, εκτελεστές και μη, και από την εν γένει συμπεριφορά της δημόσιας υπηρεσίας και από τις κάθε είδους πράξεις, παραλείψεις, ενέργειές της και τις παραλείψεις του άρθρου 45 παρ. 4 του ΠΔ 18/1989.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Η δε παρανομία στοιχειοθετείται όχι μόνο όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ 764/2021, 1909/2020, 1704/2019, 1819/2018, 2838/2017 κ.ά.). Τουναντίον, το πταίσμα του οργάνου του Δημοσίου δεν συνιστά προϋπόθεση για την κατάφαση της ευθύνης (βλ. ΣτΕ 764/2021, 1909/2020, 1704/2019, 2838/2017 κ.ά.)
β) από ζημιογόνες πράξεις όχι μόνο παράνομες, αλλά και νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012),όπως προέκυψε από την συμπλήρωση του νομικού καθεστώτος της αστικής ευθύνης του δημοσίου με την ιστορική απόφαση 1501/2014 του ΣτΕ με την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ.5 του Συντάγματος) .
Η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (Σ.τ.Ε. 1400/2022 Ολομ., 1360-1361/2021 Ολομ., 905/2022 7μ., 622/2021). Από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ευθέως ότι δύναται να ανακύψει ευθύνη του Δημοσίου προς αποκατάσταση και ζημίας, την οποία υφίσταται κάποιος από νόμιμη, κατ’ αρχήν, ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου (βλ. ΣτΕ 3783/2014). Η διάταξη αυτή επιτάσσει την αποκατάσταση της ζημίας, που υφίσταται κάποιος χάριν του δημοσίου συμφέροντος, εφ’ όσον η ζημία αυτή είναι μη αναμενόμενη, πέραν της συνήθους και υπερβαίνει τα όρια της θυσίας, στην οποία είναι ανεκτό από την έννομη τάξη να υποβάλλονται οι πολίτες χάριν του δημοσίου συμφέροντος .
Β. Έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου:
Σύμφωνα με το άρθρο 104 ΕισΝΑΚ: «Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.»
Ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια που εκδηλώθηκε στο πλαίσιο εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου ή συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τέτοια σύμβαση, όπως μια σύμβαση έργου, η ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στα άρθρα 104 και 105 ΕισΝΑΚ και οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΕΔ 3/2004, AΠ 347/2014, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 1607/2012,ΑΠ 59/2017).
2. Η συνταγματική θεμελίωση της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου.
Το Σύνταγμα του 1975 αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως υπέρτατη αξία, χάριν της οποίας υφίσταται και οργανώνεται η έννομη τάξη, θεσπίζει δε τα επί μέρους ατομικά και κοινω¬νικά δικαιώματα για τη διασφάλιση της επί ίσοις όροις ελεύθερης αναπτύξεως της προ¬σωπικότητας εκάστου και την απόλαυση των εννόμων αγαθών που αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών . Η αστική ευθύνη του Δημοσίου απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας .Είναι η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου ένας επανορθωτικός μηχανισμός με τον οποίο παρέχεται κατά το Σύνταγμα και την ΕΔΔΑ πλήρης και αποτελεσματική δικαστική προστασία, αφού μια σειρά ενέργειες της διοικήσεως εκφεύγουν της δυνατότητος προσφυγής(όπως ενδεικτικά οι κυβερνητικές πράξεις,(βλ ΣτΕ 270/2025, 943/2023, 1942/2020, 3669/2006) ή τις περιπτώσεις της μη παροχής αδείας διώξεως των άρθρων 86,62 Συντάγματος (Βλ. ΕΔΔΑ της 20.12.2022, Μπακογιάννη κατά Ελλάδας: (προσφ. υπ’ αρ. 31012/2019 και Τσαλκιτζής κατά Ελλάδος της 16ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή 11801/04) «ΕΔΔΑ Συγγελίδης κατά Ελλάδος». (Προσφυγή αριθ. 24895/07)
Η υποχρέωση αποζημιώσεως του Δημοσίου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δεν περιλαμβάνεται σε καμιά συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος . Το Σύνταγμα όμως με ειδικές διατάξεις του προβλέπει την αποζημιώση για συγκεκριμένα ζητήματα: α)στο άρθρο 7 παρ 4, όσων καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία(βλ 132/2024 ΕΦ ΑΙΓΑΙΟΥ (ΜΟΝ) (ΝΟΜΟΣ) β) γ) στο άρθρο 6 παρ 3 για παραβίαση των όρων που αφορούν την Προσωπική ασφάλεια, προφυλάκιση κλπ. δ) στο άρθρο 95 παρ 5 ευθύνης οργάνων Διοίκησης για μη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις ε) στο άρθρο 99 προσωπικής ευθύνης οργάνων δικαστικής εξουσίας (αγωγή κακοδικίας) στ) στο άρθρο 17 για την προστασία της ιδιοκτησίας και την αποζημιώση ζ) άρθρο 18: (Προστασία της ιδιοκτησίας, ειδικές περιπτώσεις, επίταξη η) άρθρο 24: Προστασία του περιβάλλοντος)
2.1.Το συνταγματικό έρεισμα της αστικής ευθύνης του κράτους αποτελεί:
α)το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος το οποίο θεσπίζει την ισότητα των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών.
Το ΣτΕ με την ιστορική απόφαση του 1501/2014 έκρινε: «ο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι :«Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία».
Η απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, αναγνωρίζει ως συνταγματικό έρεισμα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου από νόμιμες πράξεις των οργάνων του, την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 4 Συντάγματος όπως έκριναν μεταξύ άλλων και οι Αποφάσεις: ΣτΕ 622/2021 , 3783/2014 και 980/2002 .
β) Η αστική ευθύνη του Δημοσίου, ερείδεται στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εισάγει το άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος(βλ. ΣτΕ 980/2002) και η ΕΣΔΑ Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο άρθρο 6 το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης.
Ο κανόνας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας είναι παράλληλα εφαρμοζόμενος με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), στις οποίες η δικαστική προστασία, δύναται να θεμελιώνει την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του και των τριών λειτουργιών που προκαλούν βλάβη.
Το άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό µε την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας, δεν παρέχει μόνον τη δυνατότητα και το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής, αλλά και την έννομη προστασία του πολίτη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του. Κατά τον καθηγητή Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 14η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, αρ. περ. 212, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελεί συμπληρωματικό έρεισμα της εξωσυμβατικής ευθύνης (Βλ. 1139/2013 ΣτΕ).
γ)Η εξωσυμβατική ευθύνη του δημοσίου, βρίσκει έρεισμα και στην υποχρέωση αλληλεγγύης των Ελλήνων πολιτών , βάσει του άρθρου 25 παρ. 4 Συντάγματος: «4. To Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.» Κρίθηκε με την 622/2021 απόφαση του ΣτΕ : «…σε περίπτωση που, συνεπεία της συνταγματικώς θεμιτής και νομίμου, κατά τα ανωτέρω, πραγματοποιήσεως εμβολιασμού, επέλθει ευθέως βλάβη της υγείας προσώπου, δηλαδή βλάβη μη οφειλόμενη σε παρεμβαλλόμενη παράνομη πράξη ή παράλειψη (όπως πχ χορήγηση ελαττωματικού ή ακαταλλήλου σκευάσματος ή πλημμέλειες κατά την διενέργεια του εμβολιασμού), ανακύπτει, κατά τα προεκτεθέντα (σκ. 10), ευθέως εκ του άρθρου 4 παρ. 5 σε συνδυασμό και με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης των πολιτών, ευθύνη του κράτους προς εύλογη αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος υπό την έννοια της αποκαταστάσεως τόσο της τυχόν υλικής όσον και, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, της ηθικής βλάβης του.» Βλ και την 1400/2022 Ολ.ΣτΕ «…τα κατοχυρούμενα στο Σύνταγμα και στις διεθνείς συνθήκες ατομικά δικαιώματα πραγματώνονται στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου, εντός της οργανωμένης πολιτείας, ανακύπτει από το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος η υποχρέωση του ατόμου, επιδεικνύοντας την επιτασσόμενη από την διάταξη αυτή κοινωνική αλληλεγγύη, να ανέχεται, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες προϋποθέσεις, περιορισμούς των δικαιωμάτων του, καθώς και να μεριμνά για τη διατήρηση της ατομικής του υγείας με σκοπό να μην μεταδώσει την ασθένεια σε άλλους, έτσι ώστε να γίνεται σεβαστό το ατομικό δικαίωμα των υπολοίπων στην διατήρηση της υγείας τους, αλλά και να μην επιβαρύνεται το σύστημα υγείας, η μέριμνα για τη διατήρηση του οποίου στο αναγκαίο, ανάλογα με τον πληθυσμό, μέγεθος και για την απρόσκοπτη λειτουργία του αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους. Εξάλλου, σε περίπτωση τυχόν εμφάνισης σοβαρής βλάβης της υγείας προσώπου συνεπεία πραγματοποίησης του εμβολιασμού ανακύπτει εκ του άρθρου 4 παρ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση του παθόντος (πρβλ. ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). Τούτο, διότι στις περιπτώσεις αυτές η προκαλούμενη από τον εμβολιασμό βλάβη υπερβαίνει για τον παθόντα το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος χάριν του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (πρβλ. ΣτΕ 622/2021).»
δ)Η συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις:
Η υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί
Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος): Κρίθηκε ότι «…η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης» . Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3068/2002, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο νόμο ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο, η δε άσκηση κατά το άρθρο αυτό πειθαρχικής δίωξης, προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του προαναφερθέντος νόμου. Οι παραβάτες, εκτός από την δίωξη του άρθρου 259 ΠΚ (παράβαση καθήκοντος) υπέχουν και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) αποφάνθηκε «Υπόθεση Hornsby κατά Ελλάδας» ότι «η αποτελεσματική προστασία ενός μέρους ειδικά σε διοικητικές δίκες και η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτουν την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις». Αποτελεί υποχρέωση της Διοικήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος σε συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές απο¬φάσεις, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει και έτσι η εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης πρέπει να θεωρείται ως αναπόσπαστο μέρος της «δίκης» για τους σκοπούς του άρθρου 6 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (βλ. ΣτΕ Ολ. 689/2019 , ΣτΕ: 33/2016, 13/2015 (Ολ), 8/2016, 37/2015, 33/2015 (Ολ), 23/2015. (Αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου Ν. 3068/02).βλ.Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 13571/2018, 17ο Τμήμα). Το ζήτημα αυτό αντιμετώπισε με την πρόσφατη, καταδικαστική για την Ελληνική Δημο¬κρατία, απόφαση «Σινέ Τσαγκαράκης κατά Ελλάδας» το Δικαστήριο του Στρασβούργου.
Γεννάται δικαίωμα αποζημιώσεως από μη συμμόρφωση της Διοικήσεως σε δικαστική απόφαση (βλ. Αποφάσεις συμβουλίου συμμόρφωσης ΣτΕ Ζ15/2021 , Ζ14/2021 ).
Οπωσδήποτε η επίδραση της νομολογίας του εδδα τα ελληνικά δικαστήρια είναι σημαντική ,με οδηγό το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, η υπερνομοθετική ισχύς της ΕΣΔΑ δεν αμφισβητείται. Το ΕΔΔΑ με την απόφαση 21.12.2010 του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Αθανασίου & λοιποί κατά Ελλάδας» διαπίστωσε το συστημικό πρόβλημα βραδύτατης απονομής της δικαιοσύνης (άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ), Πολιτεία θέσπισε τον ν 4055/2012 «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής».(ΦΕΚ Α' 51/12-03-2012) ,χωρίς να επιτύχει θεαματικά αποτελέσματα. Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση ΕΔΔΑ «Τσιώλης κατά Ελλάδας (19.11.2024)»: έθεσε πρόσφατα το ζήτημα της νομολογιακής τακτική του ΣτΕ στις προϋποθέσεις παραδεκτού στις αναιρέσεις παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και με την απόφαση «Υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας» (No. 3) (57246/21), που αφορά το ζήτημα της ευθύνης αποζημίωσης του Δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος κατ’ άρθρο 105-106 ΕισΝΑΚ. Με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, έχουμε πλέον τη πλήρη, σοβαρή και συνάμα ανατροπή του νομολογιακού δεδομένου, που επήλθε με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Η θεμελίωση της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου στην ΕΣΔΑ
1.Η αστική ευθύνη του Δημοσίου θεμελιώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι " παν πρόσωπο έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης." Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ως μία από τις εκφάνσεις του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αναφέρεται στις θεσμικές και δικονομικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της ΕΔΔΑ. Συγκεκριμένα , η ισότητα των δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων και το δικαίωμα σιωπής της κατηγορούμενης/του κατηγορούμενου αποτελούν δυο σημαντικές δικονομικές εγγυήσεις. Κάθε άτομο φέρει, λοιπόν το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη είτε σε υποθέσεις αστικής είτε ποινικής φύσεως, με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, αντικειμενικότητα και αμεροληψία της έδρας. Η αποδεικτική διαδικασία θα πρέπει να διέπεται από κανόνες που να εξασφαλίζουν την ομαλή εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενισχύοντας την αποτελεσματική προστασία των πολιτών ενώπιον των δικαστικών αρχών. Στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ απαγορεύονται τις διακρίσεις ως προς την απόλαυση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το άρθρο αυτό δεν λειτουργεί αυτόνομα, παρά μόνο σε συνδυασμό προς κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη της ΕΣΔΑ. Η αρχή της ισότητας των διαδίκων αλλά της εντεύθεν «ισότητας των όπλων» μαζί με την αρχή του φυσικού δικαστή και το δικαίωμα ακροάσεως αποτελούν τις απαράβατες προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η «δίκαιη δίκη» του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ σύμφωνα με την οποία: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου…» Όπως έχει ερμηνευθεί η διάταξη η έννοια του όρου «δικαίως» δεν αναφέρεται στην ορθότητα της αποφάσεως, αλλά στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη υπό δικονομικές εγγυήσεις, διεξαγωγή της δίκης.
Με την πρόσφατη καταδίκη της Ελλάδας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) στο Στρασβούργο για την υπόθεση «Τσιώλη κατά Ελλάδας» (Αpplication no. 51774/17) κατέστη σαφές ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) παραβίασε το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη, καθώς ενέμεινε στην τυπική προϋπόθεση παραδεκτού του ν. 3900/2010 για την αίτηση ακύρωσης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι συχνά η τυπολατρία «τραυματίζει» την ουσία μιας υπόθεσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στατιστικά δεδομένα ότι η καθυστέρηση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης ενώπιον του ΣτΕ υπολογίζεται σε 1239 ημέρες!
2. Η αστική ευθύνη του Δημοσίου θεμελιώνεται περαιτέρω στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ.
Αντικείμενο του δικαιώματος αυτού είναι η περιουσία, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, είναι έννοια αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις αντίστοιχες στο εσωτερικό των Κρατών . Του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) προσδίδει περιεχόμενο, ερμηνεύει και εφαρμόζει τον όρο «περιουσία», σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια, χωρίς να προσκολλάται στο νόημα που αυτός μπορεί να έχει στις εσωτερικές έννομες τάξεις. Η έννοια της περιουσίας κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι ευρύτατη και εκτείνεται πέραν της εμπράγματης φύσης του δικαιώματος, περιλαμβάνοντας και κάθε περιουσιακό δικαίωμα, ήτοι και ενοχικής φύσεως . (βλ. Απόφαση ΕΔΔΑ Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας). Να σημειωθεί ότι το άρθρο 1 εφαρμόζεται αποκλειστικά σε ήδη υπάρχουσα περιουσία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων, για την απόκτηση ή ικανοποίηση των οποίων ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον μία «εύλογη προσδοκία». (βλ. Απόφαση ΕΔΔΑ Ιατρίδης κατά Ελλάδος, Αντωνακόπουλος κατά Ελλάδος).
4. Η θεμελίωση της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου, στο Κοινοτικό δίκαιο.
Η θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου εδράζεται και στο άρθρο 2 της ΣΛΕΕ , στο οποίο περιλαμβάνεται ως θεμελιώδης αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή του κράτους δικαίου, που είναι κοινή στην νομική παράδοση των κρατών μελών. Τέλος, το άρθρο 340 ΣΛΕΕ προβλέπει αστική ευθύνη της ίδιας της Ένωσης για δικά της σφάλματα. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση και η δράση της διέπεται και εκείνη από την αρχή της νομιμότητας, όπου στο άρθρο 288 της Συνθήκης Ε.Κ. (ΣΕΚ) καθιερώνεται ρητά η υποχρέωση της Κοινότητας για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έχει πλέον θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών προς αποζημίωση όταν τα εθνικά όργανα ,τα οποία προκαλούν ζημιά στους ιδιώτες από τη μη εφαρμογή ευρωπαϊκού δικαίου ( δηλαδή από παραβιάσεις οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, τόσο των διοικητικών, όσο και των οργάνων της νομοθετικής και της δικαστικής λειτουργίας).Το ΔΕΚ στην υπόθεση Francovich, έκρινε ότι: «το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την αρχή, κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται» . (βλ. Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90, αποφάσεις Brasserie du Pêcheur [ΔΕΚ της 5ηςΜαρτίου 1996, C-46/93 και 48/93, Brasserie du Pêcheur, Συλλογή 1996, σ. Ι-1029], Hedley Lomas [ΔΕΚ της 23ης Μαΐου 1996, C-5/94, Ηedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. Ι-2553] και Dillenkofer [ΔΕΚ της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178 και 179/94, Dillenkofer, Συλλογή 1996, σ. Ι-4845] και την εμβάθυνσή της με την απόφαση Köbler [ΔΕΚ της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C-224/01, Συλλογή 2003, σ. Ι-10239] που έθεσε τις προϋποθέσεις της ευθύνης από πράξεις των δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών, τις οποίες διευκρίνισε περαιτέρω και παγίωσε η απόφαση Traghetti [ΔΕΚ της 13ης Ιουνίου 2006, C-173/03, Traghetti del Mediterraneo SpA, υπό εκκαθάριση, κατά Repubblica italiana, Συλλογή 2006, σ. Ι-5177 ).
Η ιστορική απόφαση ΣτΕ Ολ. 1501/2014, αποτελεί τη ρητή αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του(και των τριών εξουσιών) και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες. Εμπνεόμενο από τη νομολογία Köbler και Traghetti , τo Συμβούλιο της Επικρατείας αναγνώρισε την αρχή της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες αποφάσεις των δικαστικών οργάνων και έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσής της.
Η δυνατότητα του πολίτη να αποζημιωθεί από την βλάβη που έχει υποστεί από τα κρατικά όργανα είναι μείζονος σημασίας, διότι το ζήτημα αυτό είναι σύμφυτο με την καθημερινότητά του, όπου ο πολίτης συναλλάσσεται συχνότατα με το κράτος και τα νομικά πρόσωπα αυτού και είναι πολύ πιθανό να εμπλακεί σε αντιδικία λόγω ζημίας που υπέστη.
Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 799/2021, κρίθηκαν τα εξής: Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προϋποθέσεις αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από απόφαση εθνικού δικαστηρίου, αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, εξαιτίας παραβίασης κανόνα του ενωσιακού δικαίου, είναι οι εξής: α) Ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού να είναι κατάφωρη και γ) να υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας των ιδιωτών. Η δε εφαρμογή της αρχής της ευθύνης του κράτους μέλους για αποφάσεις εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό δεν επιτρέπεται να τεθεί σε κίνδυνο από την έλλειψη αρμοδίου δικαστηρίου. Κρίθηκε, περαιτέρω, κατά πλειοψηφία ότι μέχρι να θεσπισθεί τυχόν ειδική διαδικασία, η σχετική έννομη προστασία νομίμως παρέχεται με την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αρχήν αναλόγως, η δε θεμελίωση της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό διέπεται από τις προϋποθέσεις που όρισε το ΔΕΕ με την προαναφερόμενη νομολογία. Κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι επί αγωγών αποζημίωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, κατά του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του ενωσιακού δικαίου οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, η κατοχυρωμένη στο άρθρο 1 παρ 1 περ. η του Ν 1406/1983 δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων επί των σχετικών διαφορών κάμπτεται, όταν η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου αποδίδεται στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία και καθίστανται αρμόδια για την εκδίκαση των οικείων αγωγών αποζημίωσης.
Με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2024 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας , το ΕΔΔΑ έκρινε για την 800/2021 απόφαση του ΣτΕ ότι προκύπτει ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ (Βλ αναλυτικά κατωτέρω) που αφορά το ζήτημα της ευθύνης αποζημίωσης του Δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος κατ’ άρθρο 105-106 ΕισΝΑΚ.
5.Η θεμελίωση της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου στον ΕισΝΑΚ
ΙΙ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ 105 Εισ.Ν.Α.Κ(έννομες σχέσεις του δημοσίου δικαίου)
1.Εισαγωγικά:
Η αστική ευθύνη του κράτους ουσιαστικά αποτελεί την νόμιμη άμυνα του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία και την παρανομία του, η οποία του προκαλεί ζημία. Το δικαίωμα αποζημιώσεως έχει ο πολίτης από παράνομες αλλά και από νόμιμες πράξεις των οργάνων του, αρκεί να προκαλείται, όπως προαναφέραμε ζημία υλική (θετική και αποθετική) ή ηθική, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με αυτές τις πράξεις.
Η διάταξη του 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Ενόψει της φύσης του δικαστικού έργου, μετα την 1501/2014 Απόφαση της Ολ.ΣτΕ. μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ.,1330/2016). Επακολούθησε μεταβολή της νομολογίας με τις 799-803/201 αποβάσεις του ΣτΕ και με την 799/2021 Απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αποζημιώσεως για πρόδηλο σφάλμα δικαστικού λειτουργού μόνον για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Αναφορικά όμως ως προς την παραβίαση του εθνικού δικαίου ,σύμφωνα με τις 800-803/2021 αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε ότι το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη ζημία από πράξη δικαστικού οργάνου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων προς τούτο δικαστηρίων,η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένου, ούτε με ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, οι σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι πλέον η συμμόρφωση του ΣτΕ μετα την Απόφαση ΕΔΔΑ: «Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος» (04.06.2024) το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ενόψει της προηγούμενης νομολογίας του ΣτΕ για την αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των δικαστικών οργάνων, η απόφαση 800/2021 συνιστά μια ανεπίτρεπτη μεταβολή της νομολογίας η οποία παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη όπως κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ.
Συνεπώς έχομε την άποψη, ότι μέχρι τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας για την αστική ευθύνη από πράξεις των δικαστικών οργάνων, θα πρέπει να αναγνωρίζεται απο τα δικαστήρια, αστική ευθύνη του Δημοσίου για πρόδηλα σφάλματα στις αποφάσεις των δικαστικών οργάνων .
2.1.Η θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Κράτους από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Κράτους:
Στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών» και στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία του».
Μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, οι οποίες ήδη ανήκουν στα διοικητικά δικαστήρια, κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος, περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αναφύονται από την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, συμφώνως προς τις κείμενες σχετικές διατάξεις. Τέτοιες διαφορές είναι, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου του Συντάγματος, όχι μόνον εκείνες που γεννιούνται από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από την μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και αυτές που προκύπτουν από υλικές ενέργειες ή παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις προέρχονται από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τούτων, όχι δε και οσάκις συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου κ.λπ. ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του (Σ.τ.Ε. 1147/2005, πρβ. ΣτΕ 3045/1992 Ολομ., ΑΕΔ 5/1995, 3/2004 Βλ. Πρ. Παυλόπουλου, Η αστική ευθύνη του δημοσίου, τ. 1, Εκδ. Σάκκουλα 1989).
2.2-Προυποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως:
Από τις διατάξεις του άρθρου 105-106 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται:
α)παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας(βλ ΣτΕ 980/2002),
β)επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας υλικής (θετική ή διαφυγόν κέρδος) ή ηθική βλάβη , καθώς και
γ)αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας .
Σύμφωνα με την 285/2011 ΣτΕ «Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία. Και η μεν κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου, η περαιτέρω όμως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 334/2008 7μ.).»
Στην 1500/2022 Απόφαση ΣτΕ( υπόθεση Μυρτούς Παπαδομιχελάκη) έγινε εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ενώ για το θέμα του αιτιώδους συνδέσμου κρίθηκε: «…υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας (λ.χ. βλάβης του σώματος ή της υγείας ή θανατώσεως) τρίτου προσώπου, η οποία προκαλείται όταν ο παρανόμως εισελθών και διαμένων στην Ελλάδα υπήκοος τρίτης χώρας προσβάλει απολύτως προστατευόμενο έννομο αγαθό (πρβ. Σ.τ.Ε. 1964-1966/2021 7μ. Και 442/2012, 1364, 1677/2008, 4067/2005 7μ., 28/2000 κ.ά. σε περιπτώσεις παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων να λάβουν τα αναγκαία, κατάλληλα και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή ζημιών εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων στο πλαίσιο μαζικής κινητοποιήσεως πολιτών ή διαδηλώσεων ή εξαιτίας τρομοκρατικών ενεργειών»
ε)Οι κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (ΣτΕ 1278/2013, 322/2009, 1024/2005).
ζ)Η διαπίστωση του παράνομου της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 4410/2015, 877/2013 7μ., 1413/2006 7μ., 2727/2003) ή του κατάφωρου ή πρόδηλου χαρακτήρα της παρανομίας (πρβλ ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.).
2.3.Νομολογικές Επισημάνσεις:
(1)ΣτΕ: Παράνομη επιβολή φόρου – Η επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού γίνεται μόνο με προσφυγή και όχι με αγωγή αποζημίωσης. Με την 334/2025 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αγωγής αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, άλλως επικουρικώς, κατ’ άρθρο 904 ΑΚ, εισαχθείσας ενώπιον του ΣτΕ κρίθηκε ότι : Για την έντοκη επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου χωρεί μόνον προσφυγή και όχι αγωγή. Ικανοποίηση ηθικής βλάβης από παράνομη επιβολή φόρου παραδεκτώς διώκεται με αγωγή, πλην, χωρίς προηγούμενη άσκηση προσφυγής ή επί απόρριψης αυτής, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα της επιβολής του φόρου, ούτε εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει, επί δικών άλλων φορολογουμένων, ότι δεν οφειλόταν τέτοιος. Διατυπώθηκε μειοψηφία. ΙΙ. Εξάλλου, με την ΣτΕ Ολομ. 334/2025 κρίθηκε ότι η αποκατάσταση κάθε άλλης ζημίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του διοικουμένου, προκαλείται από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων της φορολογικής διοίκησης και δεν αποτελεί, κατά νόμο, αντικείμενο του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής ουσίας, όπως η χρηματική ικανοποίηση λόγω της αποδιδόμενης στην ίδια αιτία ηθικής βλάβης, μπορεί να επιδιωχθεί παραδεκτώς με αγωγή. Πλην, όπως κρίθηκε, περαιτέρω, κατά πλειοψηφία, η περιεχόμενη στα άρθρα 78 και 80 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ρητή επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 71 του ΚΔΔ, έχει την έννοια ότι, όταν η παρανομία, στην οποία ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει την αξίωσή του για την αποκατάσταση της ζημίας (περιουσιακής ή μη), η οποία επιτρέπεται να επιδιωχθεί με αγωγή, εδράζεται σε πράξη ή παράλειψη της φορολογικής αρχής υποκείμενη σε προσφυγή ουσίας (ήτοι πράξη με την οποία καταλογίζονται φόροι, δασμοί, τέλη και εισφορές ή επιβάλλονται κυρώσεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας ή εκδηλώνεται άρνηση να ικανοποιηθεί αίτημα του φορολογουμένου για απαλλαγή από φόρο ή για επιστροφή φόρου, καθώς και σχετική παράλειψη), κάμπτεται ο κανόνας της αυτοτέλειας της αγωγής και εντεύθεν απαγορεύεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της πράξης ή παράλειψης αυτής από τον δικαστή της αγωγής. Όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη της φορολογικής αρχής είναι προσβλητή με προσφυγή ουσίας, αυτή υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας μόνον κατόπιν άσκησης προσφυγής (κατ’ επιλογή του ενδιαφερομένου είτε αυτοτελώς είτε κατά αντικειμενική σώρευση στο ίδιο δικόγραφο προσφυγής και αγωγής) και όχι κατόπιν απευθείας άσκησης αγωγής (όταν κατά τα ανωτέρω η έγερσή της είναι επιτρεπτή) και το δικαστήριο της αγωγής δεν έχει εξουσία να ελέγχει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης του οργάνου της φορολογικής διοίκησης κατά της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί προσφυγή είτε έχει ασκηθεί αλλά έχει απορριφθεί. Τέτοιος παρεμπτίπτων έλεγχος χωρεί μόνο εφόσον, ασκηθείσας της προσφυγής, εκλείψει το αντικείμενο της επ’ αυτής δίκης συνεπεία ανάκλησης από τη φορολογική αρχή της ζημιογόνου πράξης / παράλειψης ή λήξης της ισχύος αυτών. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που, κατόπιν μη (παραδεκτής) άσκησης ή άσκησης και απόρριψης του παρεχόμενου στους ενδιαφερόμενους ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, επιλύεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας το κρίσιμο νομικό ζήτημα, ύστερα από ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από τη φορολογική διοίκηση, κατά τρόπο αντίθετο από την έως τότε κρατήσασα νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας και κρίνεται, τελικώς, επί δικών άλλων φορολογουμένων, ότι παροχές όμοιες με εκείνες για τις οποίες φορολογήθηκαν οι ενάγοντες δεν υπέκειντο κατά τον κρίσιμο χρόνο στον επίμαχο φόρο.
(2)ΣτΕ Α´ 336-347/2025: Αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Απώτατο χρονικό σημείο για την υποβολή αιτήματος επίδειξης εγγράφων κατ’ άρθρο 174 ΚΔΔ.
Aγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1 και 2, 150 παρ. 1 και 2 και 174 παρ. 1 του ΚΔΔ και ιδίως από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 150 του ΚΔΔ, με την οποία καθορίζεται το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο μπορούν να προσκομισθούν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά στοιχεία των διαδίκων, συνάγεται ότι στον ίδιο χρονικό περιορισμό υπόκειται και η συναπτόμενη προς τις αποδείξεις υποβολή αιτήματος για την επίδειξη εγγράφου που κατέχει ο αντίδικος ή τρίτος ή οποιαδήποτε αρχή. Συνεπώς, σχετικό αίτημα του εναγομένου μπορεί να υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με υπόμνημα ή με αυτοτελή αίτηση το αργότερο μέχρι την παραμονή της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης. Ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης του εναγόμενου-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
(3) ΣτΕ 675/2021: Ερμηνεία άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με άρθρα 39, 80 παρ. 2, 148 και 190 του ΚΔΔ - «Νομικό ζήτημα», κατά άρθρ. 12 ν. 3900/2010, το ζήτημα σχετικά με τον τρόπο διατυπώσεως δικανικού συλλογισμού και σχηματισμού δικανικής πεποιθήσεως από το δικαστήριο της ουσίας – Αναιρείται απόφαση Διοικητικού Εφετείου, το οποίο δεν εξέφερε δική του κρίση για την συνδρομή συγκεκριμένης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, αλλά δέχθηκε αστική ευθύνη νοσοκομείου, στηριζόμενο σε υποθετικές κρίσεις περί ενδεχομένων αιτίων προκλήσεως της βλάβης της υγείας της αναιρεσιβλήτου.
(4) Απόφαση ΣτΕ 291/2020του Α´ Τμήματος σχετικά με την παραγραφή αξιώσεων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως έναντι του Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση βλάβης σώματος εξαιτίας κατάρρευσης κτίσματος. Αστική ευθύνη του Δημοσίου. Παραγραφή αξιώσεων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως σε περίπτωση βλάβης σώματος εξαιτίας κατάρρευσης κτίσματος (άρθρ. 90 παρ. 1, 91, 93 περ. α, 119 ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού»). Έναρξη παραγραφής. Μη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρ. 937 ΑΚ. Συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Χρόνος προβολής της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ.
(5)ΣτΕ Α´ 7μ 156/2022 - Αστική Ευθύνη νοσοκομείου κατ΄ άρθρ. 105 – 106 ΕισΝΑΚ. Έννοια της παρ. 2 του άρθρ. 5 ΚΔΔ σχετικά με τη δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις και τα απαλλακτικά βουλεύματα
2.5.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ :
«2. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ.456/1984, Α' 164) ορίζει ότι: «Για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...» και το άρθρο 106 αυτού ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νπδδ, ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών αυτών προς εξυπηρέτηση των γενικότερου ενδιαφέροντος σκοπών που επιδιώκονται από το Δημόσιο ή το οικείο νπδδ, όχι δε και όταν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε έξω από τον κύκλο των υπηρεσιακών αυτών καθηκόντων του (ΣτΕ 740/2001, 3626/2001).
Είναι δε παράνομη η σχετική εκτελεστή πράξη ή υλική ενέργεια (ή οι αντίστοιχες παραλείψεις) των οργάνων του Δημοσίου ή ορισμένου νπδδ, όταν με τη διοικητική αυτή πράξη ή υλική ενέργεια παραβιάζεται κανόνας δικαίου με τον οποίο προστατεύεται δικαίωμα ή συμφέρον του ζημιωθέντος (πρβλ. ΣτΕ 2171/2000, 3303/2001), ενώ και απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας (ΣτΕ 4913/1998).
Εξάλλου, κατ' εφαρμογή των ως άνω άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., ο διοικούμενος δικαιούται να απαιτήσει και διαφυγόν κέρδος, κατά το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζεται και στην περίπτωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. (ΣτΕ 3626/2001, 2171/2000, 4913/1998).
Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την πιθανή πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, κατά κανόνα, δεν είναι επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επιτρέπεται στον δικαστή να αρκεσθεί στην, πιθανότητα, η οποία υφίσταται όταν συντρέχουν ικανοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας και δεν προκύπτει κάτι αντίθετο (πρβλ. Α.Π. 1249/1994, 79/1966).
Τέλος, τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), να εκτίθενται στην αγωγή. Απαιτείται δηλαδή η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΣτΕ 1479/2006, Α.Π. 20/1992 Ολομ., 83/2002)».
2.4. Όργανα του δημοσίου
Τα όργανα του Κράτους πραγματοποιούν τη βούληση του Κράτους και αυτό έχει και την ευθύνη των παράνομων πράξεων ή παραλείψεών τους (άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ).
Όργανο του Κράτους είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο διατελεί στην υπηρεσία του Κράτους χωρίς καμιά διάκριση τρόπου διορισμού, βαθμού ή υπηρεσίας, αλλά μετέχει της δημόσιας εξουσίας. Υπήρξαν σοβαρές διακυμάνσεις, τόσο στη θεωρία (Γ. Μπαλής, Κ. Καυκάς, Η. Κυριακόπουλος, Μ. Στασινόπουλος, Π. Δαγτόγλου, Π. Σπηλιωτόπουλος, Α. Τάχος, Π. Παυλόπουλος κ.λπ.) όσο και στη νομολογία (ΣτΕ 2011/2003, 189/2007, 1919/2009 Ολ.) για την εννοιολογική οριοθέτηση του όρου «όργανα του κράτους».
Το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει ευθέως την συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, αφού μόνον διά της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκρισή τους, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του κράτους δικαίου.
Ειδικώς για τη δικαστική λειτουργία, καθιερώνεται με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες.
Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει ευθέως και ρητώς, με το άρθρο 87 παρ. 2 αυτού, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και μέσω αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας πραγματοποιείται αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία των δικαστών, που αποτελούν άμεσα όργανα του Κράτους.
2.4.1Η ευθύνη των οργάνων του δημοσίου που θεμελιώνουν την αστική ευθύνη του:
Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται από :
Α) Μη νόμιμες ενέργειας του δημόσιου οργάνου, όπου σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις επήλθε βλάβη ,όπως ενδεικτικά: την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών. Έχει κριθεί ότι :Υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης για την παράνομη δράση της Διοίκησης, που δημιούργησε τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι επίδικες οικοδομικές άδειες, ερειδόμενες επί του από 23.3/8.4.1965 β.δ., ήταν νόμιμες, ενώ δεν ήταν (πρβλ. ΣτΕ 980/2002, 2328/2003, 631/2010, Ολ. ΣτΕ 2035, 2036/2011 Ολ. ΣτΕ).
Β) Νόμιμες ενέργειας του δημόσιου οργάνου, όπου σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις επήλθε βλάβη, όπως ενδεικτικά: Η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν η αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους.
1.Στην Απόφαση 1607/2016 Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι: «Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι “Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους” έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε παράλληλα και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια, όταν η αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν άνευ αποκαταστάσεως ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες κρατικού οργάνου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΣτΕ 3783/2014 επταμ., πρβλ. 1501/2014 Ολομ.)».
2.Στην Απόφαση 1501/2014 Ολ. Συμβουλίου της Επικρατείας το συνταγματικό έρεισμα για την αποκατάσταση ζημίας σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους (εδώ της δικαστικής λειτουργίας), ανάχθηκε αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Συντάγματος. αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Συντάγματος.
3)Στην Απόφαση ΣτΕ 622/2021 κρίθηκε το δικαίωμα αποζημιώσεως για Βλάβη της υγείας στο πλαίσιο εμβολιασμών.
4) Κρίθηκε με την 167/2021 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι: «Προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφύλαξης του περιβάλλοντος, επιτρέπεται η λήψη μέτρων που είναι δυνατόν να εξικνούνται και μέχρι την ολοσχερή απαγόρευση της δόμησης, σε περιοχές όπου αυτό επιβάλλεται, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια, είναι αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος προστασίας του περιβάλλοντος και δεν παρίστανται δυσανάλογα σε σχέση προς αυτόν. Περαιτέρω, η τυχόν ουσιώδης στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας σε σχέση με τον κατά τα προεκτεθέντα προορισμό της, σε περίπτωση που το επιβαλλόμενο στην ιδιοκτησία βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης που δικαιούται να αξιώνει το Κράτος, δεν καθιστά μη νόμιμο τον χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης ως περιοχής προστασίας και την επιβολή περιοριστικών μέτρων, αλλά μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης των θιγομένων ιδιοκτητών, η οποία κρίνεται από τον δικαστή της αποζημίωσης και ερείδεται στο άρθρο 22 του ν. 1650/1986»
Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε.(ΒΛ ΣτΕ 45/2025),λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) κατά τη διάρκεια επεισοδίων που έλαβαν χώρα στο κέντρο της Αθήνας(ΣτΕ 2195/2024, 1964-1966/2021 7μ., 1049/2016, 952/2010, 2741/2007.
3.1- Η ευθύνη από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας:
α. Παράνομη ή πλημμελής νομοθέτηση: Ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. (βλ. ΣτΕ 656/2025, 479-81/2018 Ολομ., 4741/2014 Ολομ., 2544 επταμ., 3901/2013 επταμ., 3088, 3089 επταμ./2009, 1038/2006 επταμ. κ.ά.).
Β. Νομοθέτηση και λήψη προστατευτικών μέτρων για την προστασία του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος :
Κρίθηκε με την ΣτΕ Ολ 689/2019 : «Σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην .. διατάξεις του ν. 1650/1986, προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, να χαρακτηρίζονται εκτάσεις ως περιοχές προστασίας της φύσης, Εθνικά πάρκα ή ζώνες προστασίας αυτών και να επιβάλλονται, αφού τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας, προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα που συνεπάγονται την απαγόρευση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων σε αυτές ή τη χρήση τους για ορισμένο σκοπό. Εξάλλου, εάν το επιβαλλόμενο μέτρο έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας κατά τον προορισμό της, η οποία υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης που δικαιούται να αξιώνει το κράτος από τους πολίτες και απολήγει σε θυσία ολίγων, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 1650/1986 ερμηνευόμενης ενόψει της κατοχυρωμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και την αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη δεν ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αλλά γεννάται αξίωσή του έναντι του Δημοσίου προς αποζημίωση, η οποία θεμελιώνεται ευθέως στη διάταξη αυτή (άρθρο 22 παρ.1), ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ζημίας. Η αποζημίωση αυτή αντιστοιχεί στην κατά προορισμό χρήση του ακινήτου, όπως προβλέπεται από το χωροταξικό και πολεοδομικό καθεστώς που ισχύει στη περιοχή (βλ. ΣτΕ 4283/2013 επταμ., 3899/2014 κ.ά., πρβ. ΣτΕ Ολ 3146/1986, 3067/2001 επταμ., 3419/2011 επταμ.).
(Βλ ΣτΕ 1258/2024)
3.2- Η ευθύνη από πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας:
α- Παράλειψη πολεοδομικών ελέγχων:
(1)Κρίθηκε με την Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) 157/2020 Α’ Τμήμα, αστική ευθύνη του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. προς αποζημίωση (άρθρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ) από ζημία τρίτου εξαιτίας πτώσης τμήματος που αποκολλήθηκε από διατηρητέο κτίριο. Υποχρέωση των πολεοδομικών οργάνων προς αυτεπάγγελτη διενέργεια ελέγχων κτιρίων για τη διαπίστωση τυχόν στατικής ή δομικής ανεπάρκειάς τους δημιουργείται μόνον εάν έχουν τεθεί υπόψη τους με οποιονδήποτε τρόπο σοβαρές ενδείξεις σε σχέση με την επικινδυνότητα συγκεκριμένου κτιρίου. Ελλείψει πληροφόρησης των αρμοδίων υπηρεσιών δεν στοιχειοθετείται ευθύνη προς αποζημίωση κατ’ άρθρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ από την παράλειψη άσκησης των προβλεπόμενων στα άρθρα 424 και 425 του ΚΒΠΝ αρμοδιοτήτων. Οι διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών το μεν ως διατηρητέων το δε ως επικινδύνως ετοιμόρροπων είναι αυτοτελείς και διακριτές μεταξύ τους. Ελλείψει πληροφόρησης των αρμοδίων οργάνων για την επικινδυνότητα διατηρητέου κτιρίου, η μη άσκηση ελέγχου και αυτοψιών και η μη υπόδειξη στον ιδιοκτήτη διατηρητέου κτιρίου να εκπληρώσει την πρόσθετη υποχρέωσή του διενέργειας συγκεκριμένων ενεργειών αποκατάστασης των αρχιτεκτονικών στοιχείων που έχουν φθαρεί δεν συνιστά παράνομη παράλειψη κατ’ άρθρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Ο μόνος που ευθύνεται έναντι των τρίτων για την παράλειψη διενέργειας εργασιών συντήρησης, επισκευής ή ανακατασκευής του κτιρίου ή λήψης μέτρων προς άρση οιουδήποτε κινδύνου κατάρρευσής του είναι ο ιδιοκτήτης του.
β- Η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου:
Συντρέχει παράλειψη νομοθέτησης και όταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ' εξουσιοδότηση νόμου, σε διοικητικό όργανο που καθίσταται έτσι αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξης, η οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Η παράλειψη, στην περίπτωση αυτή, είναι παράνομη όταν, είτε η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις, όπως στην περίπτωση που ο ίδιος ο νόμος καθιερώνει αμέσως και ευθέως ένα δικαίωμα, καταλείπει δε στον εξουσιοδοτημένο από αυτόν κανονιστικό νομοθέτη να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες, αναγκαίους για τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων άσκησης του δικαιώματος γενικώς ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ, 2040/2017, 2544 επταμ., 3901/2013 επταμ., 3088/2009 κ.ά.). Εάν, ειδικότερα, πρόκειται για περίπτωση που αφορά την καθιέρωση ενός δικαιώματος προς παροχή, δεν εμποδίζεται ο εξουσιοδοτών νόμος να αναγνωρίσει εξ αρχής και αμέσως αυτό το δικαίωμα, με την έννοια ότι το θεωρεί, από την έναρξη της ισχύος του νόμου, ως παρεχόμενο, καταλείποντας απλώς στο εξουσιοδοτούμενο όργανο την περιορισμένη εξουσία να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες δικαίου, αναγκαίους για την περαιτέρω ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων άσκησης του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή, δεν συγχωρείται να καθίσταται το δικαίωμα αυτό, στην ουσία, ανενεργό, με την παράλειψη της επιτασσόμενης συμπληρωματικής κανονιστικής ρύθμισης αυτού, όταν η σχετική επιταγή της εξουσιοδότησης δεν επιτρέπει μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του δικαιώματος. Συνεπώς, εάν ο εξουσιοδοτών νόμος δεν επιτρέπει τη μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του δικαιώματος, το οποίο παρέχεται αμέσως από αυτόν, η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια, η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αυτή αρμοδιότητα είναι αντίθετη προς τον νόμο, από την παράλειψη δε αυτή δημιουργείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (βλ. ΣτΕ 1131/2020, 730/2010, 2224/2009, 6/2001 επταμ., πρβλ. ΣτΕ 2052/1980, 1929/1978 Ολ., 795/1954 Ολ.).
1.Ακύρωση διοικητικής πράξεως :
Με την Απόφαση 2732/2004 Συμβουλίου της Επικράτειας ( ΣτΕ) (Α' Δημοσίευση Νό¬μος) κρίθηκε ότι: Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σφράγιση του δικηγορικού γρα¬φείου για τέσσερις εργάσιμες ημέρες εξαιτίας ληξιπροθέσμων χρεών του προς το Δημό¬σιο. Ακύρωση της σχετικής υπουργικής απόφασης και επιδίκαση χρηματικής ικανοποί¬ησης λόγω ηθικής βλάβης. Ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
γ. Ευθύνη αποζημιώσεως με πράξη ή παράλειψη οργάνου παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις:
Υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως.
Αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του. (βλ. Σ.τ.Ε. 2146/2004, 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ., 877, 1183/2013, 2327, 2669/2015, 596, 1414/2017) 1) για παράλειψη αστυνομικών προστασίας της περιουσίας ή της ζωής( ΣτΕ 1008/2023, 2005-2007/2024),
2) για την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξ αιτίας του θανάτου * κρατουμένου στην δικαστική φυλακή.
Τέτοιας φύσεως υποχρέωση είναι και η υποχρέωση των οργάνων αυτών: 3) να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες και στους αναγκαίους ελέγχους ώστε να αποτρέπεται η είσοδος στο σωφρονιστικό κατάστημα και η περιέλευση στην κατοχή των κρατουμένων επικινδύνων αντικειμένων και ουσιών(βλ ΣτΕ 484/2018). Υφίσταται παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου :4)να χορηγήσουν άδειες λειτουργίας από τις *2009 έως τις *.2012 για τρεις μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας(Βλ ΣτΕ2125- 2126/2024).
1.Νομολογία για την αποζημίωση από παράλειψη νομίμων καθηκόντων:
Γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανα του επιβεβλημέ¬νου σε αυτά εκ του νόμου καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστι¬κά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων (βλ. ΣτΕ 28/2000, 3706, 3919/2001, 307/2007).Ενδεικτικά:
1.Αποζημίωση για θεομηνία : α) για τις φονικές πλημμύρες στη Μάνδρα(Απόφαση υπ’ αριθμόν 6816/2021, 9201/2023 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) β) Θεομηνία ΙΑΝΟΣ: Απόφαση 2749/2024ΔΕΦΑ γ) Ζημία απο μη αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του νομικού προσώπου να προβούν στην συντήρηση και επισκευή των φρεατίων συλλογής ομβρίων υδάτων: Απόφαση 1502/2024 ΔΕΦΑ, δ)ΔΕΦ Χανίων, Απόφαση 135/2024, Απόφαση 226/2023 Διοικητικό Εφετείο Πατρών.
2. Αποζημίωση για πυρκαγιά που έλαβε χώρα στις 23.7.2018 στην Ανατολική Αττική(Μάτι):ΔΕΦΑ 877,876,872,871,/2025)
3.Ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση: α)Λόγω απώλειας της όρασής στον δεξιό οφθαλμό και της μείωσης της όρασής του στον αριστερό οφθαλμό, βλάβες τις οποίες υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις ιατρών της Οφθαλμολογικής Κλινικής του *νοσοκομείου(ΣτΕ1997/2024), β) Η ευθύνη του Δημοσίου νοσοκομείου είναι αντικειμενική, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) του οργάνου του, με την έννοια ότι αρκεί η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας (ΣτΕ 621/2021, 2473/2019, 15/2018).γ).Βλάβη της υγείας κυοφορούμενου (Απόφαση ΣτΕ 621/2021) δ).Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης για «απώλεια ευκαιρίας» (ΣτΕ 1943/2020) (ε) Με την Απόφαση ΣτΕ 252/2020 του Α΄ Τμήματος, σχετικά με τη θεμελίωση ευθύνης του Δημοσίου προς χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ, εξαιτίας της παράλειψης ιατρού να ενημερώσει τον ασθενή ως προς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της εφαρμοσθείσας θεραπευτικής μεθόδου σε σχέση με άλλες, ώστε ο τελευταίος να παράσχει την έγκυρη συναίνεσή του(στ)Αγωγή κατ΄ άρθρ. 105-106 ΕισΝΑΚ κατά νοσοκομείου λόγω ιατρικών σφαλμάτων. Απαλλαγή των ιατρών από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας με αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Έννοια της παρ. 2 του άρθρ. 5 του ΚΔΔ κατά το μέρος που θεσπίζει δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις και τα απαλλακτικά βουλεύματα. Η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται στις αγωγές με βάση τα αρθρ. 105-106 ΕισΝΑΚ. Το τεκμήριο της αθωότητας εκτείνεται και στις δίκες που ανοίγονται κατόπιν άσκησης αγωγής αποζημίωσης κατ΄ άρθρ. 105-106 ΕισΝΑΚ. Το εναγόμενο νοσοκομείο μπορεί να επικαλεστεί το τεκμήριο της αθωότητας ιατρού του. Το διοικητικό δικαστήριο που δικάζει την αγωγή δεν δεσμεύεται από την εκδοθείσα αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Υποχρεούται, όμως, να την συνεκτιμήσει και μπορεί να αποκλίνει από τις κρίσεις της αθωωτικής ποινικής απόφασης, αιτιολογώντας τη διαφορετική κρίση του κατά τρόπο που δεν θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα
4.Με την Απόφαση 227/2021 Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) κρίθηκε ότι: Για τη νόμι¬μη λειτουργία ιδιωτικού διαγνωστικού εργαστηρίου, όπως και για τη μεταστέγαση, επέ¬κταση ή μείωση του αντικειμένου του, απαιτείται να χορηγηθεί άδεια ίδρυσης και άδεια λειτουργίας [π.δ. 84/2001 (Α 70)]. Η υπέρβαση της δίμηνης προθεσμίας για τη χορήγη¬ση της άδειας λειτουργίας στοιχειοθετεί ευθύνη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) προς αποζημίωση, εφόσον η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε εύλογη αιτία. Η καθυστέρηση της να χορηγήσει στην [...] την επίμαχη άδεια λειτουργίας μέσα στη δίμηνη προθεσμία από την υποβολή της αίτησής της με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, συνιστά παράνομη παράλειψη.
5.Τραυματισμός πυροσβέστη
Με την Απόφαση 2819/2005 Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) κρίθηκε ότι: Ευθύνη του Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για αποζημίωση κατά τους όρους του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Τραυματισμός πυροσβέστη λόγω κατακρήμνισης σε κοίτη ποταμού οχήματος της πυροσβεστικής υπηρεσίας, από υπαιτιότητα του οδηγού. Αιτιολογημένα επιδικάσθηκε το ποσό [...] ευρώ για την αιτία αυτή. Η προαγωγή που δόθηκε δεν ασκεί καμία επιρροή στο ύψος του επιδικαζομένου ποσού.
6.Καθυστέρηση και μη απονομή σύνταξης
(1)Με την Απόφαση 1410/2006 Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) κρίθηκε ότι: Αν τα ασφα¬λιστικά όργανα αρνηθούν ή καθυστερούν να εκδώσουν τη σχετική πράξη ανακαθο¬ρισμού, ο ασφαλισμένος μπορεί να απαιτήσει και διαφυγόν κέρδος, όπως η απώλεια τόκων από την κατάθεση του συμπληρωματικού ποσού σε τράπεζα. Επιδίκαση χρημα¬τικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και προσβολή της προσωπικότητας του ασφα¬λισμένου. Η κρίση ότι ο αναιρεσείων δεν είχε υποστεί ηθική βλάβη δεν ελέγχεται αναι¬ρετικά.(2)Μη απονομή σύνταξης: Με την Απόφαση 70/2006 Διοικητικού Πρωτοδικείου Ροδόπης (ΔΠρΡοδ) κρίθηκε ότι: Επιδικάζεται ως αποζημίωση το ποσό σύνταξης που το ΙΚΑ όφειλε λόγω θανάτου να κα¬ταβάλει, μετά την παραπομπή του συνταξιοδοτικού φακέλου από το ΝΑΤ, που ήταν ο κατ’ αρχήν απονέμων τη σύνταξη ασφαλιστικός οργανισμός, καθώς επίσης και χρημα¬τική ικανοποίηση για ηθική βλάβη της συζύγου και του ανηλίκου τέκνου του θανόντος ασφαλισμένου.
7. Αστική ευθύνη εποπτικών αρχών επί πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας
Με την Απόφαση ΣτΕ Α΄ 7μ. 656/2025,Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της ευθείας ή ανάλογης εφαρμογής των άρ. 105-106 ΕισΝΑΚ όσον αφορά την αστική ευθύνη εποπτικών αρχών επί πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας, λόγω των αντίθετων γνωμών που διατυπώθηκαν στο Τμήμα, της κυμαινόμενης νομολογίας του ΣτΕ και της αντίθετης νομολογίας του ΑΠ.Το ζήτημα ανέκυψε σε υπόθεση που αφορά αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από επιχειρήσεις παροχής οδικής βοήθειας κατά του Ελληνικού Δημοσίου για ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν, μεταξύ άλλων, από παράνομες πράξεις και παραλείψεις που αφορούν πλημμελή άσκηση εποπτείας εκ μέρους των αρμόδιων εποπτικών/ελεγκτικών οργάνων του Δημοσίου και της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) (που καταργήθηκε από 1.12.2010 και οιονεί καθολικός διάδοχος αυτής κατέστη το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς στις δίκες που αφορούν αξιώσεις κατά της εν λόγω Επιτροπής οι οποίες ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της καταργήσεώς της) επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνται στον ανωτέρω κλάδο παροχής υπηρεσιών.Σύμφωνα με την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, προκειμένου να κριθεί αν θεμελιώνεται αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποκατάσταση ζημίας τρίτου (μη ασφαλιστικής επιχειρήσεως) εξαιτίας της πλημμελούς ασκήσεως εκ μέρους των αρμόδιων εποπτικών/ελεγκτικών οργάνων της κατά νόμον εποπτείας επί των ανταγωνιστριών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, το άρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το οποίο απαιτεί τη συνδρομή σωρευτικώς τριών προϋποθέσεων (της παρανομίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανομίας και ζημίας), έχει ευθεία εφαρμογή. Δεν μπορεί δε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ., να απαιτηθούν πρόσθετες προϋποθέσεις αυστηρότερες σε σχέση με τις ως άνω απαιτούμενες κατά το άρθρο αυτό (όπως η ύπαρξη προδήλου ή/ και βαρέος σφάλματος αντί της προβλεπόμενης στον νόμο προϋποθέσεως της υπάρξεως παρανομίας ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ή μη των δημοσίων οργάνων). Περαιτέρω, κατά το άρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρ. 298 Α.Κ., αποκαθίσταται πλήρως η περιουσιακή ζημία του τρίτου, εφόσον αυτή βεβαίως αποδειχθεί και συντρέχουν και οι άλλες δύο προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση. Επομένως, δεν μπορεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ., αντί της πλήρους αποζημιώσεως που καλύπτει όλη τη ζημία, να επιδικασθεί «εύλογη» αποζημίωση ανάλογα με τις περιστάσεις, διότι τούτο (α) δεν προβλέπεται ρητώς στο άρθρο αυτό που ρυθμίζει την αστική ευθύνη του Δημοσίου, όπως αντιθέτως προβλέπεται ρητώς στον νόμο σε άλλες περιπτώσεις και (β) θα απέβαινε, άλλωστε, σε βάρος της ασφάλειας του δικαίου και της βεβαιότητας του ζημιωθέντος ως προς την πλήρη προστασία του. Εξάλλου, η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τρίτων λόγω πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας εκ μέρους της αρμόδιας αρχής δεν αποκλείεται από την ύπαρξη του μηχανισμού αποζημιώσεως που προβλέπεται στις διατάξεις του ν.δ. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Μειοψήφησε ένα μέλος της συνθέσεως του Τμήματος, κατά τη γνώμη του οποίου η ευθύνη προς αποζημίωση από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της κρατικής αυτής δραστηριότητας και του αβέβαιου του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου. Για τη θεμελίωση της ευθύνης απαιτείται πρόδηλο και βαρύ σφάλμα των εποπτικών οργάνων, η δε αποζημίωση που τυχόν θα επιδικασθεί μπορεί να είναι μόνον εύλογη.
2. Νομολογία για την αποζημίωση από Παράνομες πράξεις της διοικήσεως:
2.1.Παράνομη σύλληψη-φυλάκιση
(1)Με την Απόφαση 2192/2006 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ΔΠρΑθ) (ΔιΔικ 2006/1465) κρίθηκε ότι: Η σύλληψη και η κράτηση του ενάγοντα ήταν παράνομες, αφού οι δικαστικές αποφάσεις των οποίων έγινε επίκληση δεν μπορούσαν να εκτελεστούν, λόγω χορήγησης αναστολής εκτέλεσης. Μη ενημέρωση του φακέλου του ενάγοντα και παρανομία της Διοίκησης. Δεν αίρεται ούτε μειώνεται η ευθύνη του Δημοσίου από τη μη προσκόμιση των αποφάσεων αναστολής από τον ίδιο τον ενάγοντα. Επιδίκαση πο¬σού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
(2)Με την Απόφαση 1272/2021 Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ΔΕφΑθ) (ΤΝΠ QUALEX) κρίθηκε ότι η πρόκληση σωματικών βλαβών, κατά τη σύλληψη του ενάγοντος, από αστυνομικά όργανα γεννά ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση.
(3)Με την Απόφαση 41/2020 του Αρείου Πάγου (ΑΠ) κρίθηκε η υποχρέωση του Δη¬μοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελι- κώς αθωωθέντων κατηγορουμένων. Αποκλειστική δικαιοδοσία ποινικών δικαστηρίων. Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο, δίχως προσδιορισμό του ύψους της απο¬ζημίωσης, ή εάν έχει προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιού¬χος κρίνει αυτό ως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρεί τούτο υπέρμετρο. Η προβλεπόμενη κατ' αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη. Δύναται να υπερβεί το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επι- κλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων.
(1) Με την Απόφαση 826/2020 Εφετείου Αθηνών (Μον.) (ΤΝΠ QUALEX) κρίθηκε η πα¬ροχή αποζημίωσης σε αδίκως προφυλακισθέντες ή καταδικασθέντες ή στερηθέντες την ελευθερία τους. Απαιτείται διάγνωση από το δικαστήριο του αδίκου ή παρανόμου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος στη συνέχεια κηρύχθηκε αθώος ή απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βά-ρος του ποινική δίωξη. Αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της ανάλογης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποί¬ησης, στις περιπτώσεις που το ποινικό δικαστήριο έχει μεν αναγνωρίσει τη σχετική υπο¬χρέωση του Δημοσίου, αλλά δεν έχει προσδιορίσει το ύψος της αποζημίωσης ή προσδι¬όρισε αυτή και το ύψος της δεν βρίσκει σύμφωνο τον δικαιούχο ή το υπόχρεο Δημόσιο. Η «κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση», αφενός μεν συμπεριλαμβάνει την αποζημί¬ωση και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφετέρου δε, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 29 ευρώ ημερησίως συνολικά, εκτός αν το δικαστήριο δεχθεί αιτιολογη-μένα ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση προς τούτο, το βάρος της επίκλησης και από¬δειξης της οποίας έχει ο ενάγων (βλ. ΑΠ 260/2019).
(4)Με την Απόφαση 1370/2019 Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι είναι αποκλει¬στική αρμοδιότητα του ποινικού δικαστηρίου να κρίνει αν συντρέχει υποχρέωση απο- ζημιώσεως των αδίκως προφυλακισθέντων ή καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος. Η αξίωση αποζημιώσεως δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ και οι αναφυόμενες διαφορές δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Όμοια με την αρ.1371/2019 ΣτΕ.
3.Παράνομες παραλείψεις της ΕΛ.ΑΣ.
(1)Με την Απόφαση 3441/2006 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ΔΠρΑθ) κρίθη- κε ότι: Πλημμελής σωματικός έλεγχος των εισερχομένων στο γήπεδο οπαδών από την ΕΛ.ΑΣ. Αποζημίωση φιλάθλου για τον τραυματισμό του από φωτοβολίδα. Επιπλέον, επι- δίκαση χρηματικής ικανοποίησης για υλική και ηθική βλάβη που υπέστη από την απώ¬λεια κατά 80% της όρασής του στον έναν οφθαλμό.
(2) Με την Απόφαση ΣτΕ Α΄ 1500/2022 - Αστική ευθύνη του Δημοσίου (άρ. 105 ΕισΝΑΚ). Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης παραλείψεως των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή επί μακρόν στη Χώρα υπηκόου τρίτης χώρας και του επιζήμιου αποτελέσματος (της προσβολής υγείας ή σώματος) τρίτου. Δεν αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος εκ του ότι παρεμβάλλεται η εγκληματική ενέργεια του αλλοδαπού.
(3)Με την Απόφαση 8125/2020 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ΔΠρΑθ) κρίθηκε η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και ότι το δικα¬στήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι αστυνομικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η δημόσια τάξη, η ασφάλεια και η σωματική ακεραιότητα των πολιτών. Τα αστυνομικά όργανα έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ πε¬ρισσοτέρων λύσεων την κατά την κρίση τους ενδεικνυόμενη, η επιλογή τους, όμως, αυτή ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων ή την κακή χρήση της διακρι-τικής εξουσίας τους, εφόσον από τις ενέργειες ή παραλείψεις τους επήλθε βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την προσωπικότητα και τα λοιπά ατομικά δικαιώματα των διοικούμενων, διαφορετικά μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Ο ενάγων, κατόπιν της σύλληψής του και όντας ακινητοποιημένος με χει¬ροπέδες, υπέστη οξεία απρόκλητη σωματική και λεκτική βία από τα αστυνομικά όργα¬να με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του, τη διακομιδή και τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο, καθώς και τη μετέπειτα δυσλειτουργία των πληγέντων σημείων του σώ¬ματός του. Περιστατικά. Η πλημμελής άσκηση από τα αστυνομικά όργανα των καθηκό¬ντων τους κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον τραυματισμό του ενάγοντος και θεμελιώνεται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημί-ωση. Επιδίκαση στον ενάγοντα, ο οποίος υπέστη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία και προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψή του, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
(4)Με τις Αποφάσεις ΣτΕ 1964-1972/2021, Α΄ Τμ. 7μ. Αστική ευθύνη του Δημοσίου από παράλειψη αστυνομικών οργάνων να προστατεύσουν την περιουσία πολιτών κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων. Προϋποθέσεις. Η ανωτέρα βία αποτελεί απαλλακτικό από την ευθύνη του Δημοσίου λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων και της ζημίας. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης του λόγου απαλλαγής φέρει το εναγόμενο Δημόσιο με την προβολή καταλυτικής της αγωγής ένστασης.
4.Περικοπή επιδόματος
Με την Απόφαση ΣτΕ 3321/2005, κρίθηκε ότι λόγω παρανόμων υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες περιεκόπη η κα¬ταβολή του ειδικού επιμισθίου, η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ευρίσκει νομικό έρει¬σμα στη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ.
5.Θανάσιμος τραυματισμός από πτώση κλαδιών
Με την Απόφαση ΤΔΕφΘεσσαλονίκης 204/2021,κρίθηκε ότι: «...ο δήμος είναι αρμόδιος, μεταξύ άλλων, για τη συντήρηση, επίβλεψη και ασφαλή χρήση από πλευράς των πολιτών, των χώρων στους οποίους έχουν φυτευ¬τεί δένδρα (ΣτΕ 4331/2000). Ειδικότερα, επιβάλλεται σε βάρος του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, υποχρέωση να προβαίνει με επιμέλεια σε κάθε αναγκαία ενέρ¬γεια και να λαμβάνει προληπτικά, όλα τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει την πτώ¬ση των δένδρων ή κλαδιών τους, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφαλής και ακίνδυ¬νη κίνηση των πεζών και οχημάτων και η στάθμευση των τελευταίων στις παρακείμενες δημοτικές οδούς».
3.3- Η ευθύνη από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων δικαστικής λειτουργίας:
1. Η διάταξη του 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα αναφέρεται σε ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου, δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με τη φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του . Η λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (άρθρο 87 παρ1 Συντάγματος) εκδηλώνεται κυρίως στην αρχή ότι κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων υπόκεινται μόνο στον νόμο και στο Σύνταγμα (άρθρο 87 παρ2 Συντάγματος).
2. Η νομολογία στο ζήτημα αυτό της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις της δικαστικής λειτουργίας κυμαίνεται με επί μακρόν πλήρη αρνητική θέση της νομολογίας και μεταγενέστερες πρόσφατες τις απόψεις:
Α) Την ιστορική απόφαση Ολομελείας Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) Ολ. 1501/2014, η οποία αποτελεί τη ρητή αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες. Αξίζει να αναφερθεί και επισημανθεί η ακόλουθη σκέψη της απόφασης Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) 1501/2014: «…διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από τη δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’ όψιν την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους».
Προϋποθέσεις:
α.- ΠΡΟΔΗΛΟ ΣΦΑΛΜΑ. Εν όψει της φύσης του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ., 1330/2016), το δε Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους (πρβλ. ΣτΕ, 1047, 49/2016 και ΔΕΕ C-173/2003, Traghetti del Mediterraneo κατά Ιταλίας της 13.6.2006, C-224/01, Köbler κατά Αυστρίας της 30.9.2003).
β.- Είναι χαρακτηριστική η κρίση της 2527/2019 Αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ): «Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών, η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., 1330/2016, 1533-4/2018)».
γ.- Η μη επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής «προδήλου σφάλματος» του δικαστικού λειτουργού (βλ. ΣτΕ 1607/2016) ή μη απόδειξη τέτοιου προδήλου σφάλματος δεν θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), η δε κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί (Δ. Πρωτ. Αθηνών 3350/2019).
δ.- Όπως, εξάλλου, έχει κριθεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και μέχρις ότου ρυθμισθεί νομοθετικά ειδικώς η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα είναι αναλόγως εφαρμοστέο και στην περίπτωση που οι πράξεις των οργάνων αυτών, από τις οποίες προκαλείται ζημία δυνάμενη να αποδοθεί σε πρόδηλο, υπό την ανωτέρω έννοια, σφάλμα τους, είναι κατά περιεχόμενο διοικητικής φύσης και συνδέονται στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση της Δικαιοσύνης και των δικαστηρίων (ΣτΕ 48/2016). Εξάλλου, με την ειδική επισήμανση της κατωτέρω νομολογικής μεταβολής των 800-803/2021 Αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το Δημόσιο υποχρεούτο με να αποκαταστήσει, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, κάθε θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή το οποίο προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΣτΕ 2150/2017, 451/2013 7μ., 1491/2010, 2706/2009 7μ.).
Τέλος, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, όπως ερμηνεύθηκαν από την με την ειδική επισήμανση της κατωτέρω νομολογικής μεταβολής των 800-803/2021 Αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), ανεξαρτήτως της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο ήτο δυνατόν να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ (ΣτΕ 1300/2014, 3322/2012 7μ.).
2) Η μεταβολή της νομολογίας που προκλήθηκε από απόφαση εθνικού δικαστηρίου επήλθε με τις 799-803/2021 Αποφάσεις της Ολομέλειας. Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Η εξέλιξη του ζητήματος μετα την απόφαση 799/2021 ΣτΕ είναι πλέον η αποδοχή της άποψης ότι το Δημόσιο ευθύνεται μόνο για αποζημίωση από παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας από τα όργανα της δικαστικής λειτουργίας και τα δικαστήρια. Με τις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 801-803/2021 δημοσιευθείσες επί αγωγών, οι οποίες εισήχθησαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης, κρίθηκαν κατά πλειοψηφία τα εξής: Στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία παράνομες ή όταν αυτές είναι μεν νόμιμες, αλλά προκαλούν βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπουν οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια, όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στον νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, λαμβάνοντας υπ’ όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. εραιτέρω κρίθηκε κατά πλειοψηφία, οι διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, αναφερόμενες σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχουν, παρά την ευρεία διατύπωσή τους, εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επιπλέον, ενόσω δεν υφίσταται, σε εκτέλεση της προεκτεθείσας επιταγής του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Η δε γενόμενη δεκτή με την απόφαση ΣτΕ Ολ 799/2021 υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά διαφορετική περίπτωση, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διαφύλαξης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια. Όπως περαιτέρω κρίθηκε κατά πλειοψηφία, ενόψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, ώστε ο νομοθέτης οφείλει να ρυθμίσει τα σχετικά ζητήματα χωριστά ανά δικαιοδοτικό κλάδο. Στις προκείμενες περιπτώσεις, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τόσο ευθέως, όσο και αναλόγως εφαρμοζόμενο, κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, για την αποκατάσταση της βλάβης που οι ενάγοντες κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν εξαιτίας σφαλμάτων, άλλως προδήλων σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσαν, αντίστοιχα, τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας και – κυρίως – το Συμβούλιο της Επικρατείας με αποφάσεις τους επί αχθείσης διαφοράς ενώπιόν τους (ΣτΕ Ολ 802/2021) οι εισαγγελικοί λειτουργοί (ΣτΕ Ολ 803/2021) καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές (ΣτΕ Ολ 801/2021). Κατά την πλειοψηφία, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζόμενου, ούτε με ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξάλλου, την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν δύναται να δικαιολογήσει το γεγονός ότι με τις προκείμενες αποφάσεις επέρχεται μεταστροφή της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου (ΣτΕ Ολ 1501/2014), καθώς μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κωλύεται η άμεση εφαρμογή των κανόνων που προκύπτουν από τη νομολογιακή μεταστροφή. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ωστόσο, επιβάλλεται η εξέταση των υπό κρίση αγωγών με βάση τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, καθώς η επελθούσα εν προκειμένω μεταστροφή της νομολογίας δεν ήταν ευλόγως προβλέψιμη από τους ενάγοντες. ΣτΕ Ολ 800/2021
Όμοια είναι η κρίση του Δικαστηρίου και στην απόφαση ΣτΕ Ολ 800/2021 επί αιτήσεως αναιρέσεως που εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητάς της.
Στην προκείμενη περίπτωση, ζητήθηκε αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τόσο ευθέως, όσο και αναλόγως εφαρμοζόμενο, κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, για την αποκατάσταση της βλάβης που ο αιτών κατά τους ισχυρισμούς του είχε υποστεί εξαιτίας σφαλμάτων, άλλως προδήλων σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσε με απόφασή του ο Άρειος Πάγος κατά την εκδίκαση υπόθεσής του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο που δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, για τον λόγο δε αυτό, τον οποίο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, αναίρεσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.Το ζήτημα που ανέκυψε με την 800/2024 Απόφαση, τελικώς οδηγήθηκε στο ΕΔΔΑ, το οποίο με την ιστορική απόφαση του ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3) (57246/21)., που αφορά το ζήτημα της ευθύνης αποζημίωσης του δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος κατ’ άρθρο 105-106 ΕισΝΑΚ έκρινε ότι: ««Άρθρο 6 παρ 1 (αστικές) • Πρόσβαση στη δικαιοσύνη • Προσφυγή κατά του Δημοσίου για ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε από την απόρριψη από το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας) της αναίρεσής του, για νομικά ζητήματα που διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (77574/01) να έχουν παραβιάσει το άρθρο 6 παρ 1, κρίθηκε απαράδεκτο λόγω αναρμοδιότητας από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ)• Το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης του Δημοσίου ερμηνεύεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι δεν επιτρέπει αξιώσεις για ζημίες που προκλήθηκαν από πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου έως ότου θεσπιστεί ειδική νομοθεσία που ρυθμίζει την ευθύνη αυτή• Η ερμηνεία του ΣτΕ δεν συμβαδίζει με την προηγούμενη νομολογία του, που εφαρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις το ισχύον εσωτερικό δίκαιο αναλογικά, λόγω της μη ύπαρξης ειδικού νόμου για σφάλματα δικαστών, και έτσι οδηγήθηκε για πρώτη φορά απαράδεκτο στην περίπτωση του προσφεύγοντος• Καμία ένδειξη αισθητής νομολογιακής εξελίξεως αποκλίνουσας από την προηγουμένη νομολογία του ΣτΕ• Η νέα ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα η αξίωση του προσφεύγοντος να μην είναι δικαστικά επιδιώξιμη στο διηνεκές (ad infinitum) και αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε τυχόν μελλοντικές αξιώσεις αποζημίωσης από αυτόν κατά του Δημοσίου για τα εικαζόμενα λάθη των πολιτικών δικαστηρίων μέχρι την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας• Περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο του προσφεύγοντος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε βάρος του • Δυσανάλογη επιβάρυνση που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα• Η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο προσβάλλεται.»
(6) Η ιστορική Απόφαση του ΕΔΔΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3) (57246/21,έκρινε ότι σύμφωνα με άρθρο 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να εμποδισθεί η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, υφισταμένης αστικής ευθύνης του δημοσίου, από πράξεις των οργάνων του Κράτους και μάλιστα της δικαστικής λειτουργίας (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ., 1330/2016).
1.3.-Υπό τις αυτές ανωτέρω προϋποθέσεις, συντρέχει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, για ζημία προκληθείσα εξαιτίας παράβασης του ενωσιακού δικαίου , πρόσθετες δε προϋποθέσεις, όπως το κατάφωρο της παράβασης, θα αποτελούσαν απαγορευμένη, κατά το ενωσιακό δίκαιο, δυσμενή διάκριση, αντίθετη με τις απορρέουσες από την αρχή της ισοδυναμίας απαιτήσεις (ΣτΕ 4403/2015). Η θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου εδράζεται και στο άρθρο 2 της ΣΛΕΕ , στο οποίο περιλαμβάνεται ως θεμελιώδης αρχή της Ε.Ε. η αρχή του κράτους δικαίου, που είναι κοινή στην νομική παράδοση των κρατών μελών. Τέλος, το άρθρο 340 ΣΛΕΕ προβλέπει αστική ευθύνη της ίδιας της Ένωσης για δικά της σφάλματα .
1.4.- Η αστική ευθύνη του Δημοσίου θεμελιώνεται επίσης στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ .
1.5.-Συμπερασματικά: Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται, μεταξύ άλλων: η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του να είναι παράνομη, ήτοι να παραβιάζεται με αυτή κανόνας δικαίου, με τον οποίο προστατεύεται ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον (ΣτΕ 2898/2014, 898/2014, 750/2011 κ.ά.).
ΙΙ. Απαραίτητη σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης (ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης υλικής ενέργειας) του δημόσιου οργάνου και της επελθούσας ζημίας .
ΙΙΙ. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη (ή παράλειψη ή υλική ενέργεια κλπ.) ήταν εξ αντικειμένου επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΣτΕ 969/2018, 1414/2017, 2168/2016, 2669/2015, Ολομ. ΣτΕ 4741/2014 κ.ά. Δ. Ράϊκου, Πτυχές της κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ προϋπόθεσης της εσωτερικής συνάφειας για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του Δημοσίου, ΘΠΔΔ 2008).
IV. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, γεννάται όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνων τους παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που προσιδιάζουν σε συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και την αρχή της καλής πίστης (ΣτΕ 116/2019, 484/2018, 15/2018, 1414/2017, 2775/2016, 3539/2015 κ.ά).
V. Η ως άνω δε ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά την ίδια αυτή διάταξη, είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τυχόν υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) των οργάνων του (ΣτΕ 1370/2018, 15/2018, 1326/2017, 1613/2016 κ.ά).
VI.Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσης οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., 1330/2016).
VII. Σε περίπτωση δε συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. υποχρεούνται να αποκαταστήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Α.Κ., κάθε θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή, το οποίο προσδοκά κανείς με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (Σ.τ.Ε. 460/2023, 1109/2022 7μ., 227/2021, 1229/2019, 1678/2017, 3692/2015, 451/2013 7μ. κ.ά.). Τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν, επιπλέον, να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ. (Σ.τ.Ε. 2101/2023, 227/2021, 1229/2019, 2430/2018 κ.ά.).
α. Πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του δημοσίου προς αποζημιώση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
(1)Θεμελιώδες στοιχείο της αρχής της νομιμότητας στη χώρα μας, είναι η καθιέρωση της ευθύνης του Κράτους προς αποζημίωση, για ζημίες που προκαλούν οι δημόσιες αρχές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ρυθμίζεται στις διατάξεις των άρθρων 104-106 του ΕισΝΑΚ, ενώ ειδικότερες διατάξεις ευθύνης του Δημοσίου περιλαμβάνονται και σε άλλα νομοθετήματα.
H αστική ευθύνη του Δημοσίου αποτελεί έναν από τους βασικούς επανορθωτικούς θεσμούς του δικαίου. Θεμέλιο της ευθύνης του Κράτους είναι τα άρθρα 4 παρ 5 και 20 παρ 1 του Συντάγματος.
Η αστική ευθύνη του Δημοσίου θεμελιώνεται περαιτέρω στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ.
Η θεμελίωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου εδράζεται και στο άρθρο 2 της ΣΛΕΕ, στο οποίο περιλαμβάνεται ως θεμελιώδης αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή του κράτους δικαίου, που είναι κοινή στην νομική παράδοση των κρατών μελών. Τέλος, το άρθρο 340 ΣΛΕΕ προβλέπει αστική ευθύνη της ίδιας της Ένωσης για δικά της σφάλματα. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση και η δράση της διέπεται και εκείνη από την αρχή της νομιμότητας, όπου στο άρθρο 288 της Συνθήκης Ε.Κ. (ΣΕΚ) καθιερώνεται ρητά η υποχρέωση της Κοινότητας για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έχει πλέον θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών προς αποζημίωση όταν τα εθνικά όργανα προκαλούν ζημιά στους ιδιώτες από τη μη εφαρμογή ευρωπαϊκού δικαίου (βλ. Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90, Απόφαση Brasserie du pecheur (C-46/93) ).
(2) Η διάταξη του 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Ενόψει της φύσης του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ.,1330/2016).
(3)Η ιστορική απόφασης ΣτΕ Ολ 1501/2014, αποτελεί την ρητή αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες. Εμπνεόμενο από τη νομολογία Köbler και Traghetti, τα Συμβούλιο της Επικρατείας αναγνώρισε την αρχή της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες αποφάσεις των δικαστικών οργάνων και έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσής της. Έκτοτε με δειλά βήματα όλο και περισσότερο η νομολογία προχώρησε στην κατεύθυνση αυτή.
Αξίζει προσοχής όμως η νεότερη αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών από την τελευταία νομολογία του ΣτΕ (Ιδετε κατωτέρω) αρχικά με τις ΣτΕ Ολ 799-803/2021 και στην συνέχεια στην 1279/2026 απόφαση.
(4) Οι Αποφάσεις Ολ. ΣτΕ 799- 800-803/21 και 1360-1361/2021 επέφεραν μεταβολή της νομολογίας της 1501/2014 ιστορικής αποφάσεως του ΣτΕ και έκριναν : «ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες.»
(5) ΕΔΔΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ-ΕΛΛΑΔΟΣ:
Η απόφαση του ΕΔΔΑ επί της προσφυγής «Υπόθεση ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3) (57246/21), η οποία δημοσιεύθηκε την 5η Ιουνίου 2024 είναι η σημαντική απόφαση με την οποία αποδοκιμάζεται δικαστικώς βάσει των διατάξεων της ΕΣΔΑ και μάλιστα του άρθρου 6 ΠΑΡ 1 της ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη) η απόφαση 800/2021 της ΟλΣτΕ. Η σημασία της εκτενούς, πολυσέλιδης απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ είναι αναμφισβήτητα ιδιαίτερα μεγάλη. Το κρίσιμο ζήτημα που απασχόλησε το ΕΔΔΑ είναι η κρίση του ΣτΕ στην 800/2021 «ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες.» Η ΕΣΔΑ αποτελώντας μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου, ερμηνεύεται κυρίως και εφαρμόζεται από τα αρμόδια όργανα του κράτους και τα δικαστήρια , τα οποία και δεσμεύονται από αυτήν Ο φυσικός δικαστής της εφαρμογής ή μη της ΕΣΔΑ κατά πρώτον είναι ο εθνικός δικαστής και στην προκειμένη περίπτωση το ΣτΕ. Η νομολογία στο ζήτημα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κυμαίνεται με επί μακρόν πλήρη αρνητική θέση της νομολογίας και μεταγενέστερες πρόσφατες τις απόψεις: 1) Την ιστορική απόφαση Ολομελείας Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) Ολ. 1501/2014, η οποία αποτελεί τη ρητή αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες Η μεταβολή της νομολογίας που προκλήθηκε από απόφαση εθνικού δικαστηρίου επήλθε με τις 799¬803/2021 Αποφάσεις της Ολομέλειας Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Η εξέλιξη του ζητήματος είναι η αποδοχή της άποψης ότι το Δημόσιο ευθύνεται για αποζημίωση από παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας από τα όργανα της δικαστικής λειτουργίας και τα δικαστήρια ,ενώ για παραβιάσεις της εθνικής νομοθεσίας η εν λόγω ζημία δεν μπορεί4 να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες». Το ζήτημα που ανέκυψε αντιμετωπίσθηκε πλέον από το ΕΔΔΑ με την απόφαση στην υπόθεση ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ και αναμένουμε την συμμόρφωση του ΣτΕ. Στην ελληνική έννομη τάξη η θέση της ΕΣΔΑ προσδιορίζεται από το άρθρο 28 παρ.1 εδ.α΄ του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι διεθνείς συμβάσεις από την στιγμή που κυρώνονται και τίθενται σε ισχύ έχουν τυπική δύναμη υπέρτερη κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου και υπερισχύουν αυτής. Το ζήτημα που ανακύπτει από την εφαρμογή της αποφάσεως του ΕΔΔΑ από ΣτΕ και τα Διοικητικά Δικαστήρια, ιδίως μετα την κρίση του ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου6 παρ 1 ΕΔΔΑ. «Η νέα ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα η αξίωση του προσφεύγοντος να μην είναι δικαστικά επιδιώξιμη στο διηνεκές (ad infinitum) και αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε τυχόν μελλοντικές αξιώσεις αποζημίωσης από αυτόν κατά του Δημοσίου για τα εικαζόμενα λάθη των πολιτικών δικαστηρίων μέχρι την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας. Περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο του προσφεύγοντος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε βάρος του . Δυσανάλογη επιβάρυνση που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα. Η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο προσβάλλεται.»(δες την 1279/2026 Απόφαση του ΣτΕ που έλυσε το ζήτημα).
β Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΚ-ΔΕΕ
1.Εμπνεόμενο από τη νομολογία Köbler και Traghetti , τo Συμβούλιο της Επικρατείας αναγνώρισε την αρχή της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες αποφάσεις των δικαστικών οργάνων και έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσής της. (ΣτΕ 48/2016,1942/2020,1370-1371/2019,1533-1534/2018 )
2.Η απόφαση του ΔΕΚ «Gerhard Köbler κατά Republik Österreich», καθιερώνει έλεγχο και στις δικαστικές αποφάσεις, τις θέτει δηλαδή στο μικροσκόπιο του δικαστικού ελέγχου, φέρει τον αριθμό C-224/01 και ξεκίνησε από μια διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων από τους πανεπιστημιακούς της Αυστρίας και είχε δικαστική συνέχεια που έφθασε ως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Εκείνο με τη σειρά του εξέδωσε την απόφασή του, της οποίας το ουσιαστικό θεμέλιο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εκτός των άλλων και μια κοινότητα δικαίου όπου κάθε δημόσια εξουσία υπόκειται σε έλεγχο και όχι μόνο η νομοθετική ή η εκτελεστική αλλά και η Δικαιοσύνη.
γ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ 105 ΕΙΣΝΑΚ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ:
3.1.-Έχει κριθεί (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.) το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος , ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). (Βλ όμως νεότερη νομολογία κατωτέρω και απόφαση ΕΔΔΑ Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος).
Έχει κριθεί (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.) ότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 4 παρ Σ υλοποιείται υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσης οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία.
3.2.- Η διάταξη του 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Ενόψει της φύσης του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση(βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ., 1330/2016).
Εφόσον δε το Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους (πρβλ. ΣτΕ, 1047, 49/2016). και ΔΕΕ C-173/2003 Traghetti del Mediterraneo κατά Ιταλίας της 13.6.2006, C-224/01 Kοbler κατά Αυστρίας της 30.9.2003).
Είναι χαρακτηριστική η κρίση της της 2527/2019 Αποφάσεως του ΣτΕ: «Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών, η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη» (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., 1330/2016, 1533-4/2018).»
3.3.-Η μη επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής προδήλου σφάλματος του δικαστικού λειτουργού(Βλ ΣτΕ 1607/2016 ή μη απόδειξη τέτοιου προδήλου σφάλματος δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και η αγωγή απορρίπτεται.(Δ. Πρωτ Αθηνών 3350/2019)
3.4.Όπως, εξάλλου, έχει κριθεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου και μέχρις ότου ρυθμισθεί νομοθετικά ειδικώς η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα είναι αναλόγως εφαρμοστέο και στην περίπτωση που οι πράξεις των οργάνων αυτών, από τις οποίες προκαλείται ζημία δυνάμενη να αποδοθεί σε πρόδηλο, υπό την ανωτέρω έννοια, σφάλμα τους, είναι κατά περιεχόμενο διοικητικής φύσης και συνδέονται στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση της Δικαιοσύνης και των δικαστηρίων (ΣτΕ 48/2016).Εξάλλου, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαταστήσει, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, κάθε θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή, το οποίο προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΣτΕ 2150/2017, 451/2013 7μ., 1491/2010, 2706/2009 7μ.). Τέλος, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, ανεξαρτήτως της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ (ΣτΕ 1300/2014, 3322/2012 7μ.).
δ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗΣΗ ΥΠΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ 1501/2014 ΣτΕ:
1.- Η υπόθεση «Κannabishop» είναι μια από τις απολύτως ενδεικτικές που αναφέρεται στο πως αντιμετωπίζεται η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα αφού ο ιδιοκτήτης της αντιμετώπισε ουκ ολίγα δεινά από το 1998 όταν άνοιξε το πρώτο του κατάστημα του. Οι διωκτικές αρχές θεώρησαν πως αυτό ουσιαστικά αποτελεί διαφήμιση ναρκωτικών ουσιών, τον συνέλαβαν, κατέσχεσαν τα εμπορεύματα, ενώ παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή. Διώχτηκε ποινικά, αλλά το 1999 αθωώθηκε με το σκεπτικό ότι «ο διακριτικός τίτλος «Κannabishop» και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους». Το Γενικό Χημείο του Κράτους, αποφάνθηκε ότι τα προϊόντα που κατασχέθηκαν «είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή απομόνωσή της». Ο καταστηματάρχης ζήτησε αποζημίωση από το δημόσιο για την αξία των εμπορευμάτων, ηθική βλάβη κλπ, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή του, αλλά το Διοικητικό Εφετείο του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 14.673,51 ευρώ. Η Ολομέλεια του ΣτΕ (απόφαση 1501/2014), πέραν τυχόν ευθύνης των αστυνομικών οργάνων, δεν αποκλείει την ύπαρξη ευθύνης του εισαγγελικού λειτουργού που έδωσε την σχετική παραγγελία στα αστυνομικά όργανα.
Το ελληνικό δημόσιο υποχρεούται να αποζημιώσει πολίτη για ζημία που του προκλήθηκε από «πρόδηλο σφάλμα» δικαστικού. Αυτό αποφάνθηκε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την1501/2014 απόφαση του με αφορμή υπόθεση που έφτασε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η οποία εκκρεμούσε στη Δικαιοσύνη 16 χρόνια.(Βλ. νεότερη νομολογία όμως ΣτΕ Ολ 799-803/2021 κατωτέρω)
ε. ΝΕΩΤΕΡΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΕ :
ι) Παράβαση κοινοτικού δίκαιου: Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 799/2021, δημοσιευθείσα επί αγωγής που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκαν τα εξής: Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προϋποθέσεις αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από απόφαση εθνικού δικαστηρίου, αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, εξαιτίας παραβίασης κανόνα του ενωσιακού δικαίου, είναι οι εξής: α) Ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού να είναι κατάφωρη και γ) να υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας των ιδιωτών. Η δε εφαρμογή της αρχής της ευθύνης του κράτους μέλους για αποφάσεις εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό δεν επιτρέπεται να τεθεί σε κίνδυνο από την έλλειψη αρμοδίου δικαστηρίου.
Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, ειδικώς περί ζημιογόνων πράξεων δικαστικών οργάνων αναφορικά με την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, οι διατάξεις του Συντάγματος ερμηνεύονται σε αρμονία με τη ως άνω βασική αρχή του ενωσιακού δικαίου να αποζημιώνεται από το Δημόσιο και η ζημία ιδιωτών από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από εθνικά δικαστήρια, υπό τις προϋποθέσεις που αναγνωρίζει η νομολογία του ΔΕΕ και τρέπουν την ευχέρεια του νομοθέτη για ρύθμιση της αποζημιωτικής ευθύνης από πράξεις οργάνων της Δικαιοσύνης σε υποχρέωση στην περίπτωση αυτή. Και πάλι όμως, οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις οφείλουν να σταθμίσουν, κατά τρόπο πρόσφορο, την εν λόγω υποχρέωση με την συνταγματική απαίτηση για σεβασμό της ανεξαρτησίας, του κύρους και της ευρυθμίας της Δικαιοσύνης.
Β) Κρίθηκε, περαιτέρω, κατά πλειοψηφία ότι μέχρι να θεσπισθεί τυχόν ειδική διαδικασία, η σχετική έννομη προστασία νομίμως παρέχεται με την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αρχήν αναλόγως, η δε θεμελίωση της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό διέπεται από τις προϋποθέσεις που όρισε το ΔΕΕ με την προαναφερόμενη νομολογία.
Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση για την αποζημίωση από παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου από πράξεις οργάνων ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία, η δε διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ ούτε λαμβάνει μέριμνα για τη δικαστική ανεξαρτησία, την εύρυθμη απονομή και το κύρος της Δικαιοσύνης, ούτε παρίσταται πρόσφορη προς τούτο.
Γ) Εν συνεχεία, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι επί αγωγών αποζημίωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, κατά του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του ενωσιακού δικαίου οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, η κατοχυρούμενη στο άρθρο 1 παρ 1 περ. η του Ν 1406/1983 δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων επί των σχετικών διαφορών κάμπτεται, όταν η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου αποδίδεται στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία και καθίστανται αρμόδια για την εκδίκαση των οικείων αγωγών αποζημίωσης.
Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η κατοχυρούμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. η του Ν 1406/1983 δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνει και την εκδίκαση διαφορών επί αγωγών αποζημίωσης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ κατά του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, ανεξαρτήτως δικαιοδοσίας, στην οποία ανήκει το δικαστήριο αυτό, επομένως και όταν πρόκειται για απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.
Δ) Εν προκειμένω, ζητήθηκε αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για αποκατάσταση βλάβης που ο ενάγων υπέστη από την, κατά τους ισχυρισμούς του, κατάφωρη παραβίαση από δικαστικά όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας (Ειρηνοδικείο και Άρειος Πάγος) των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζουν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Με την απόφαση 799/2021 κρίθηκε, σε συνέχεια της ανωτέρω γνώμης της πλειοψηφίας, ότι η επίδικη αγωγή αποζημιώσεως λόγω παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου αποδιδόμενων σε αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.
ΙΙ/ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ:
1.ΣτΕ Ολ 801-803/2021
Με τις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 801-803/2021 δημοσιευθείσες επί αγωγών, οι οποίες εισήχθησαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης, κρίθηκαν κατά πλειοψηφία τα εξής: Στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία παράνομες ή όταν αυτές είναι μεν νόμιμες, αλλά προκαλούν βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπουν οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια, όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στον νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, λαμβάνοντας υπ’ όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους.
Κατά τη μία μειοψηφούσα γνώμη, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ως θεμέλιο της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου για ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του, δεν καταλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την κατηγορία των οργάνων της δικαστικής εξουσίας κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων, δοθέντος ότι αποζημίωση από πράξεις της κατηγορίας αυτής προβλέπεται ειδικώς στο Σύνταγμα (άρθρο 7 παρ. 4 περί ευθύνης του Δημοσίου για άδικη ποινική καταδίκη και στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, άρθρο 99 περί ευθύνης των δικαστικών λειτουργών για κακοδικία, στο οποίο μάλιστα προβλέφθηκε και αρμόδιο ειδικό δικαστήριο), χωρίς πάντως να αποκλείεται η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη να διευρύνει τις περιπτώσεις αποζημίωσης από ζημιογόνες δικαιοδοτικές πράξεις, έπειτα από στάθμιση, κατά πρόσφορο τρόπο, της ανάγκης αποζημίωσης από τις συνταγματικές απαιτήσεις ως προς την ανεξαρτησία και την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά και σε συμφωνία προς τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου. Κατά την έτερη μειοψηφούσα γνώμη, από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 99 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το θέμα της ευθύνης του Κράτους από την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας και της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ώστε εξαίρεσε το θέμα της ανωτέρω αποζημιωτικής ευθύνης του Κράτους από το ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 4 παρ. 5. Συνεπώς, η αναγνώριση της ευχέρειας, πολλώ δε μάλλον της υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη, να ρυθμίσει, χωρίς μάλιστα ειδική διασφαλιστική της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης συνταγματική πρόβλεψη, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της «ορθότητας» των δικαστικών αποφάσεων και πράξεων από άλλο δικαστή, διαφορετικό από τον φυσικό, δεν συνάδει προς τη συνταγματικώς κατοχυρούμενη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, πλήττοντας την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας (άρθρα 8, 20 παρ. 1 και 87 παρ. 1 Συντάγματος). Άλλο δε είναι το ζήτημα, κατά την ίδια μειοψηφούσα γνώμη, της ευθύνης του Δημοσίου από αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών οργάνων κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξάλλου, όπως περαιτέρω κρίθηκε κατά πλειοψηφία, οι διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, αναφερόμενες σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχουν, παρά την ευρεία διατύπωσή τους, εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επιπλέον, ενόσω δεν υφίσταται, σε εκτέλεση της προεκτεθείσας επιταγής του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Η δε γενόμενη δεκτή με την απόφαση ΣτΕ Ολ 799/2021 υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά διαφορετική περίπτωση, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διαφύλαξης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια.
Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη και σε συνέχεια προηγούμενης νομολογίας του Δικαστηρίου (ΣτΕ Ολ 1501/2014), εφόσον το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, η δικαστική επιδίωξη των σχετικών αξιώσεων χωρεί κατ’ επίκληση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ αναλόγως εφαρμοζομένου (θεμελίωση ευθύνης από πρόδηλο σφάλμα του ενταγμένου στη δικαστική λειτουργία οργάνου).
Όπως περαιτέρω κρίθηκε κατά πλειοψηφία, ενόψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, ώστε ο νομοθέτης οφείλει να ρυθμίσει τα σχετικά ζητήματα χωριστά ανά δικαιοδοτικό κλάδο.
Κατά τη μία μειοψηφούσα γνώμη, η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 1 παρ. 1 περ. η΄ του Ν 1406/1983) περιλαμβάνει και την εκδίκαση διαφορών αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, ανεξαρτήτως της δικαιοδοσίας στην οποία ανήκουν τα όργανα αυτά. Κατά την έτερη μειοψηφούσα γνώμη, λόγω της ιδιότητας του προσώπου που εξέδωσε τη φερόμενη ως μη ορθή και ζημιογόνο απόφαση ή τέλεσε φερόμενη μη ορθή πράξη ή παράλειψη, ο δικαστής της αγωγής αποζημίωσης δεν θα πρέπει να ανήκει στο ίδιο Σώμα ή στον ίδιο Κλάδο της Δικαιοσύνης.
Στις προκείμενες περιπτώσεις, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τόσο ευθέως, όσο και αναλόγως εφαρμοζόμενο, κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, για την αποκατάσταση της βλάβης που οι ενάγοντες κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν εξαιτίας σφαλμάτων, άλλως προδήλων σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσαν, αντίστοιχα, τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας και – κυρίως – το Συμβούλιο της Επικρατείας με αποφάσεις τους επί αχθείσης διαφοράς ενώπιόν τους (ΣτΕ Ολ 802/2021) οι εισαγγελικοί λειτουργοί (ΣτΕ Ολ 803/2021) καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές (ΣτΕ Ολ 801/2021). Κατά την πλειοψηφία, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζόμενου, ούτε με ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξάλλου, την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν δύναται να δικαιολογήσει το γεγονός ότι με τις προκείμενες αποφάσεις επέρχεται μεταστροφή της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου (ΣτΕ Ολ 1501/2014), καθώς μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κωλύεται η άμεση εφαρμογή των κανόνων που προκύπτουν από τη νομολογιακή μεταστροφή. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ωστόσο, επιβάλλεται η εξέταση των υπό κρίση αγωγών με βάση τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, καθώς η επελθούσα εν προκειμένω μεταστροφή της νομολογίας δεν ήταν ευλόγως προβλέψιμη από τους ενάγοντες.
ΣτΕ Ολ 800/2021
Θ) Όμοια είναι η κρίση του Δικαστηρίου και στην απόφαση ΣτΕ Ολ 800/2021 επί αιτήσεως αναιρέσεως που εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητάς της.
Στην προκείμενη περίπτωση, ζητήθηκε αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τόσο ευθέως, όσο και αναλόγως εφαρμοζόμενο, κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, για την αποκατάσταση της βλάβης που ο αιτών κατά τους ισχυρισμούς του είχε υποστεί εξαιτίας σφαλμάτων, άλλως προδήλων σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσε με απόφασή του ο Άρειος Πάγος κατά την εκδίκαση υπόθεσής του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο που δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, για τον λόγο δε αυτό, τον οποίο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, αναίρεσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Στ.H ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ 799-803/2011 ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ:
1.Με την 3409/2024ΔΕΑΘ κρίθηκε: «Οι διατάξεις αυτές, αναφερόμενες σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχουν, παρά την ευρεία διατύπωσή τους, εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση να καθορίσει τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από τα όργανα αυτά κατά την άσκηση τόσο του δικαιοδοτικού όσο και του εν γένει δικαστικού τους έργου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η διοίκηση της Δικαιοσύνης, καθώς και την έκταση της αποκαθισταμένης ζημίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες»(Βλ και ΔΕΘΑ 2850/2024, 2747/2024 αφορούν σφάλματα δικαστικών ,αλλά και αστυνομικών ενεργούντων ως προανακριτικών υπαλλήλων) βλ και 1246/2023.
Ζ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΔΔΑ ΖΟΥΜΟΥΛΙΔΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΕ
Δημοσιεύθηκε μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση του Τρίτου Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), «Υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας» (No. 3) (57246/21), που αφορά το ζήτημα της ευθύνης αποζημίωσης του Δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος κατ’ άρθρο 105-106 ΕισΝΑΚ.
Το ΕΔΔΑ έκρινε: «Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
(α) Γενικές αρχές
Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο καθιερώθηκε ως πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που εγγυάται το Άρθρο 6 παρ 1 της Σύμβασης στην υπόθεση Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου (21 Φεβρουαρίου 1975, παρπαρ 28-36, Σειρά A αρ. 18). Σε εκείνη την περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο αποτελεί εγγενή πτυχή των διασφαλίσεων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6, αναφερόμενο στις αρχές του κράτους δικαίου και στην αποφυγή της αυθαίρετης εξουσίας που διέπουν μεγάλο μέρος της Σύμβασης. Έτσι, το άρθρο 6 παρ 1 διασφαλίζει σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ασκήσει αξίωση σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ενώπιον δικαστηρίου (βλ. Grzęda κατά Πολωνίας [GC], αρ. 43572/18, παρ 342, 15 Μαρτίου 2022 βλέπε επίσης Zubac κατά Κροατίας [GC], αρ. 40160/12, παρ 76, 5 Απριλίου 2018).
Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο πρέπει να είναι «πρακτικό και αποτελεσματικό», όχι «θεωρητικό ή απατηλό». Αυτή η παρατήρηση ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, ενόψει της εξέχουσας θέσης που κατέχει σε μια δημοκρατική κοινωνία το δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση (βλ. Zubac, προαναφερθείσα, παρ 77, με περαιτέρω παραπομπές). Για να είναι αποτελεσματικό το δικαίωμα πρόσβασης, ένα άτομο πρέπει να έχει μια σαφή, πρακτική ευκαιρία να αμφισβητήσει μια πράξη που θίγει τα δικαιώματά του. Ομοίως, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο περιλαμβάνει όχι μόνο το δικαίωμα άσκησης αγωγής αλλά και το δικαίωμα εκδίκασης της διαφοράς από δικαστήριο (βλ. Lupeni Greek Catholic Parish and Others v. Romania [GC], αρ. 76943/ 11, παρ 86, 29 Νοεμβρίου 2016, με περαιτέρω παραπομπές).
Όσον αφορά ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, η νομολογία του Δικαστηρίου έτεινε να αποδείξει ότι όταν δεν υπάρχει πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, θα τίθεται πάντα το ζήτημα της συμμόρφωσης με το κράτος δικαίου ( βλέπε Grzęda, παρ 343, με περαιτέρω παραπομπές). Ωστόσο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια δεν είναι απόλυτο αλλά μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς. Αυτά επιτρέπονται σιωπηρά, δεδομένου ότι το δικαίωμα πρόσβασης από τη φύση του απαιτεί ρύθμιση από το κράτος, η οποία ρύθμιση μπορεί να ποικίλλει χρονικά και τοπικά ανάλογα με τις ανάγκες και τους πόρους της κοινότητας και των προσώπων. Κατά τη θέσπιση τέτοιας ρύθμισης, τα συμβαλλόμενα κράτη απολαμβάνουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης. Ενώ η τελική απόφαση σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων της Σύμβασης εναπόκειται στο Δικαστήριο, δεν αποτελεί μέρος της αποστολής του Δικαστηρίου να υποκαταστήσει την αξιολόγηση των εθνικών αρχών οποιαδήποτε άλλη αξιολόγηση σχετικά με το ποια θα μπορούσε να είναι η καλύτερη πολιτική στον τομέα αυτό. Ωστόσο, οι περιορισμοί που εφαρμόζονται δεν πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση που απομένει στον ενδιαφερόμενο με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό που να θίγεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος. Επιπλέον, ένας περιορισμός δεν θα είναι συμβατός με το άρθρο 6 παρ 1 εάν δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό και εάν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Zubac, που αναφέρεται παραπάνω, παρ 78, με περαιτέρω παραπομπές, βλέπε επίσης Nicolae Virgiliu Tănase κατά Ρουμανίας [GC], παρ 195, 25 Ιουνίου 2019, και Grzęda, παρ 343).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
Το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει εάν η πρόσβαση του προσφεύγοντος σε δικαστήριο ήταν περιορισμένη και, εάν ναι, εάν ο περιορισμός επιδίωκε θεμιτό σκοπό και ήταν ανάλογος με αυτόν.
Περιορισμός στην πρόσβαση του προσφεύγοντος σε δικαστήριο
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στην ελληνική έννομη τάξη το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. θεσπίζει την ευθύνη του Δημοσίου για κάθε ζημία που προκαλείται από πράξεις ή παραλείψεις που αποδίδονται στα όργανά του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη παραβιάζει υφιστάμενη διάταξη νόμου, αλλά αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος (βλ. παράγραφο 24 ανωτέρω). Πρόκειται για μια περίπτωση αντικειμενικής ευθύνης που δεν απαιτεί τη διαπίστωση υπαιτιότητας, όπως αμέλεια ή πρόθεση εκ μέρους του κρατικού φορέα.
Στην απόφαση, με αριθμό 1501/2014 το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) έκρινε ότι, καθώς το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. δεν κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα όργανα της δικαστικής εξουσίας και καθώς το Σύνταγμα, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παρ 5, δεν επιτρέπει ζημίες που προκλήθηκαν από όργανα του κράτους να παραμείνουν αναποζημίωτες, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. θα πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε περιπτώσεις ζημιών που προκαλούνται από πράξεις δικαστικών οργάνων που καταλογίζονται σε πρόδηλο σφάλμα τους μέχρις ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για το θέμα αυτό. (βλέπε παράγραφο 11 παραπάνω).
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων, επικαλούμενος το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., άσκησε αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου, ζητώντας αποζημίωση για το φερόμενο πρόδηλο σφάλμα της απόφασης, με αριθμό 1143/2001 του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Α.Π.), το οποίο είχε κηρύξει απαράδεκτους τους δύο λόγους αίτησης αναίρεσης του προσφεύγοντος και σε σχέση με τους οποίους το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της Σύμβασης. Υποστήριξε ότι, αν δεν είχε γίνει αυτό το λάθος, θα του είχε καταβληθεί η αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που είχε ζητήσει για τα συντηρούμενα τέκνα του. Η αγωγή του εξετάστηκε επί της ουσίας από το Διοικητικό Πρωτοδικείο και απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι το σφάλμα που καταλογίστηκε στο δικαστικό όργανο δεν ήταν πρόδηλο όπως απαιτεί το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το οποίο ίσχυε κατ’ αναλογία (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω). Η μεταγενέστερη έφεση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε ομοίως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία το άρθρο 105, έκρινε ότι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ήταν υπερβολικά τυπική δεν συνιστούσε αυτομάτως πρόδηλο σφάλμα στην απόφαση και ότι οι προϋποθέσεις για την ευθύνη για αποζημίωση των δικαστικών οργάνων του κράτους δεν πληρούνταν επομένως (βλ. παράγραφο 13 ανωτέρω). Ωστόσο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ), στην απόφαση, με αριθμό 800/2021, έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, εξαφάνισε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη (βλ. παραγράφους 14-22 ανωτέρω).
Ενόψει των ανωτέρω, ο επίμαχος περιορισμός προέκυψε από την ερμηνεία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) ότι το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. δεν μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία σε περιπτώσεις ζημίας που προκλήθηκε από πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου μέχρις ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για το θέμα αυτό. Προέκυψε επίσης από την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης με την αιτιολογία ότι το διοικητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να την κρίνει. Το Δικαστήριο σημειώνει έτσι ότι το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δικαστήριο περιορίστηκε από την απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ).
ii) Εάν ο περιορισμός επιδίωκε θεμιτό σκοπό
Το Δικαστήριο καλείται τώρα να εξετάσει εάν ο περιορισμός επιδίωκε θεμιτό σκοπό. Σημειώνει σχετικά ότι η κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους για αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα πράξεων των δικαστικών οργάνων είναι ένα πολύ περίπλοκο ζήτημα και θα έπρεπε να ρυθμίζονται από το νομοθέτη και ότι έπρεπε να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της απαίτησης αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστησαν τα θιγόμενα πρόσωπα και της αρχής της ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετείται από το δεδικασμένο των αποφάσεων. Συναφώς, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) αρνήθηκε να εφαρμόσει κατ’ αναλογία το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προκειμένου να μην παρέμβει ως νομοθετικό όργανο στις έννομες σχέσεις, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς το Σύνταγμα. Από την άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση παρατήρησε ότι μετά την απόφαση, με αριθμό 1501/2014, είχε ασκηθεί μεγάλος αριθμός αγωγών στα διοικητικά δικαστήρια, ζητώντας αποζημίωση από το Δημόσιο βάσει του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. για ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε από πράξεις οργάνου της δικαστικής εξουσίας και κυρίως για ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε από δικαστικές αποφάσεις σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (βλέπε παράγραφο 58 ανωτέρω). Το Δικαστήριο είναι επομένως έτοιμο να δεχθεί ότι ο επίμαχος περιορισμός επιδίωκε τον σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από την ουσία των επιχειρημάτων της Κυβέρνησης.
Παρά τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) να μην εφαρμόσει κατ’ αναλογία το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. είχε ως στόχο τον σεβασμό της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών μη παρεμβαίνοντας ως νομοθετικό όργανο σε έννομες σχέσεις (βλ. παράγραφο 60 ανωτέρω) δεν συνάδει με την προηγούμενη πρακτική του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) να αποδέχεται την εφαρμογή του νόμου κατ’ αναλογία. Επιπλέον, ήταν αντίθετη με τη σαφή υπόδειξη που έδωσε στον νομοθέτη το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) ότι θα έπρεπε να εκπληρώσει την υποχρέωση θέσπισης νομοθετικού πλαισίου σύμφωνα με το οποίο οι αποφάσεις και οι πράξεις των δικαστικών οργάνων ορισμένης δικαιοδοσίας θα υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από δικαστήρια της ίδιας δικαιοδοσίας (βλ. παραγράφους 17-18 ανωτέρω).Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο επίδικος περιορισμός επιδίωκε θεμιτό σκοπό. Πρέπει να εξακριβωθεί αν, υπό το φως όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, υπήρχε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ αυτού του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή του.
(iii) Κατά πόσον ο περιορισμός ήταν αναλογικός
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα διοικητικά δικαστήρια πρωτόδικα και εφετειακά δέχτηκαν στην παρούσα υπόθεση την ερμηνεία που εκτίθεται στην απόφαση, με αριθμό 1501/2014 το οποίο, παρά την ανάγκη ειδικής νομοθεσίας για το θέμα, εξέτασε τον ισχυρισμό βάσει του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (βλ. παραγράφους 12-13 ανωτέρω). Η απόφαση, με αριθμό 1501/2014 εκδόθηκε από την ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όπως αναγνώρισε η Κυβέρνηση, τμήματα του δικαστηρίου αυτού εφάρμοσαν κατ’ αναλογία το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., στη συνέχεια, αποδεχόμενα αναλόγως τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, σε έξι άλλες αποφάσεις που αφορούσαν το ίδιο θέμα, έστω και με ευρύτερη έννοια: τρεις αποφάσεις για ζημίες που προκλήθηκαν από την αστυνομία που ενεργούσε ως εισαγγελική αρχή, και ως εκ τούτου ως μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης (αριθ. 1330/2016, 1533/2018 και 1534/2018), μία απόφαση για συμβολαιογράφους που λειτουργούν ως όργανα του δικαστικού σώματος σε εκτελεστικές διαδικασίες (αρ. 2168/2016), μία απόφαση για αστυνομικούς που ενεργούν στο πλαίσιο διαδικασίας in flagrante delicto (αρ. 2557/2019) και μία απόφαση για πράξεις δικαστικών οργάνων στα διοικητικά τους καθήκοντα (αρ. 48/2016 – βλ. παράγραφο 58 παραπάνω· βλ. επίσης Sine Tsaggarakis A.E.E. κατά Ελλάδος, αρ. 17257/13, παρπαρ 24 και 30, 23 Μαΐου 2019).
Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ), στην απόφαση, με αριθμό 800/2021, μετά την επαναδιατύπωση, όπως στην απόφαση, με αριθ. 1501/2014, ότι η ευθύνη του Δημοσίου για ζημίες που προκλήθηκαν από δικαστικές πράξεις κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα και ότι έπρεπε να θεσπιστεί ειδική νομοθεσία, έκρινε για πρώτη φορά ότι η σχετική ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, είτε με επίκληση του Συντάγματος, άμεσα ή σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το τελευταίο σημείο αντιπροσωπεύει αλλαγή στην προηγούμενη θέση του. Αν και το Δικαστήριο σημειώνει τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι αυτό ήταν παρόμοιο με τη θέση της μειοψηφίας στην απόφαση αριθ. 1501/2014 (βλ. σκέψη 57 ανωτέρω), δείχνει ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση με βάση την άποψη αυτή πριν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) έθεσε αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Η θέση που ελήφθη στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν σύμφωνη με την προηγούμενη πρακτική του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) επί του θέματος.
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι εναπόκειται κατά πρώτο λόγο στις εθνικές αρχές, και ιδίως στα δικαστήρια, να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει τη δική του ερμηνεία για τα δικαστήρια ελλείψει αυθαιρεσίας. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να εγκρίνει ή να απορρίπτει αυτή καθαυτή τη λύση που τελικά υιοθέτησε το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) όσον αφορά την ευθύνη του κράτους για ζημίες που προκλήθηκαν από δικαστικά όργανα, αλλά περιορίζεται στον έλεγχο της συμβατότητας με τη Σύμβαση των αποτελεσμάτων μιας τέτοιας ερμηνείας (βλ. Çela κατά Αλβανίας, αρ. 73274/17, παρ 32, 29 Νοεμβρίου 2022). Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η απόφαση που ελήφθη στην παρούσα υπόθεση διατήρησε τη σωστή ισορροπία μεταξύ του θεμιτού σκοπού της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης και του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο. Πρέπει επομένως να αναλύσει εάν ο τρόπος με τον οποίο το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) ερμήνευσε και εφάρμοσε το εθνικό δίκαιο προκειμένου να κηρύξει την αγωγή του προσφεύγοντος απαράδεκτη ήταν συμβατός με το άρθρο 6 παρ 1 της Σύμβασης (βλ., για παράδειγμα, Ghrenassia κατά Λουξεμβούργου, αρ. 27160 /19, παρ 29, 7 Δεκεμβρίου 2021).
Ενώ η εξέλιξη της νομολογίας δεν είναι, από μόνη της, αντίθετη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Lupeni Greek Catholic Parish and Others, παραπάνω αναφερόμενη, παρ 116, Nejdet Şahin and Perihan Şahin κατά Τουρκίας [GC], no.13279/05, παρ58, 20 Οκτωβρίου 2011; and Legrand κατά Γαλλίας, no. 23228/08, παρ 37, 26 May 2011), σε προηγούμενες υποθέσεις στις οποίες αλλαγή της νομολογίας είχε επηρεάσει εκκρεμείς στο δικαστήριο υποθέσεις, το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο είχε αναπτυχθεί ο νόμος ήταν καλά γνωστός στα μέρη ή τουλάχιστον ήταν ευλόγως προβλέψιμος και ότι δεν υπήρχε αβεβαιότητα ως προς τη νομική τους κατάσταση (βλ. Petko Petkov κατά Βουλγαρίας, αρ. 2834/06, παρ 32, 19 Φεβρουαρίου 2013, και οι αρχές που αναφέρονται σε αυτήν).
Υπό το φως των προηγούμενων εκτιμήσεών του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ακόμη και αν κατά τον χρόνο που ο προσφεύγων άσκησε την αγωγή του στις 13 Δεκεμβρίου 2007 (βλ. σκέψη 10 ανωτέρω), η απόφαση, με αριθμό 1501/2014, του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) δεν είχε ακόμη εκδοθεί, τα πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια στις 20 Απριλίου 2015 και κατ’ έφεση στις 23 Φεβρουαρίου 2017 είχαν ακολουθήσει την ερμηνεία που εκτίθεται στην εν λόγω απόφαση. Είχαν θεωρήσει παραδεκτές την αγωγή και την έφεση του προσφεύγοντος και τις είχαν εξετάσει βάσει του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (βλ. παραγράφους 12-13 παραπάνω). Κατά τον χρόνο που ο προσφεύγων άσκησε την αίτησή του αναίρεσης, τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν εγείρει κανένα ζήτημα παραδεκτού και δεν υπήρχε καμία ένδειξη κάποιας αισθητής εξέλιξης της νομολογίας που να αποκλίνει από την ερμηνεία που εκτίθεται στην απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ), με αριθμό 1501/2014, η οποία είχε ακολουθηθεί σε αποφάσεις στη συνέχεια. Η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην απόφασή της, με αριθμό 800/2021, είχε ως αποτέλεσμα η αγωγή του προσφεύγοντος να κριθεί για πρώτη φορά απαράδεκτη. Ο προσφεύγων δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ) θα παρέκκλινε από την προηγούμενη νομολογία του (βλ., mutatis mutandis, Gil Sanjuan, προαναφερθείσα, παρ 39 και Legros κ.λπ. κατά Γαλλίας, αρ. 72173/17 και 17 άλλες , παρπαρ 156-157, 9 Νοεμβρίου 2023).Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ερμηνεία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) είχε ως αποτέλεσμα η αξίωση του προσφεύγοντος να μην είναι επιδιώξιμη επ’ αόριστον για δικαστικό έλεγχο. Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, ιδίως τη διαπίστωση ότι μέχρι τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας, το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. δεν μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία και ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία, η απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) συνιστούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε οποιεσδήποτε μελλοντικές προσπάθειες του προσφεύγοντος να διεκδικήσει αποζημίωση από το Δημόσιο για τα υποτιθέμενα σφάλματα των πολιτικών δικαστηρίων μέχρι την τελική θέσπιση νέας νομοθεσίας (βλ. mutatis mutandis, Lupaş κ.λπ. κατά Ρουμανίας, αρ. 1434/02 και 2 άλλοι, παρ 73, ΕΣΔΑ 2006-XV (αποσπάσματα)).
Συνεπώς, επαναλαμβάνοντας ότι όλες οι διατάξεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται πρακτικά και αποτελεσματικά δικαιώματα και όχι θεωρητικά και απατηλά, το Δικαστήριο, αν και κατανοεί την πολυπλοκότητα του θέματος και την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαστικής εξουσίας, δεν πείθεται από το επιχείρημα ότι, όσον αφορά την παράλειψη θέσπισης μέχρι σήμερα της απαραίτητης νομοθεσίας, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι μικρό χρονικό διάστημα παρήλθε από την απόρριψη της αγωγής του προσφεύγοντος (βλ. ανωτέρω παράγραφο 60 in fine). Συναφώς, σημειώνει ότι η ανάγκη θέσπισης ειδικής νομοθεσίας αναφέρθηκε αρχικά στην απόφαση, με αριθμό 1501/2014 (βλ. παράγραφο 11 ανωτέρω) και η Κυβέρνηση δεν έχει αναφέρει καμία ενέργεια που έχει γίνει μέχρι στιγμής προς αυτή την κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή του προσφεύγοντος κρίθηκε απαράδεκτη σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η νομοθεσία δεν είχε θεσπιστεί για περισσότερα από επτά χρόνια, έθεσε περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δικαστήριο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα το οποίο πρέπει τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε βάρος του προσφεύγοντος (βλ., mutatis mutandis, Arrozpide Sarasola και άλλοι κατά Ισπανίας, αρ. 65101/16 και 2 άλλοι, παρ 107, 23 Οκτωβρίου 2018). Επιπλέον, δεν υπάρχει τίποτα στη συμπεριφορά του προσφεύγοντος που να δικαιολογεί ότι το βάρος των συνεπειών αυτής της αβεβαιότητας πρέπει να βαρύνει αυτόν (βλ., mutatis mutandis, Çela, προαναφερθείσα, παρ 39).Τέλος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση οι δικαστές της μειοψηφίας τόνισαν (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω) ότι, στην απόφαση, με αριθμό 799/2021, που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία, έγινε δεκτή η κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. μέχρις ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για την ευθύνη του κράτους για πράξεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας ως προς τα δικαιώματα που απορρέουν από την έννομη τάξη του δικαίου της ΕΕ. Το Δικαστήριο κατανοεί το επιχείρημα που προβάλλεται σχετικά με την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ όσον αφορά την ευθύνη του κράτους για αποφάσεις που παραβιάζουν το δίκαιο αυτό. Ωστόσο, τονίζει ότι η τροποποιημένη θέση που υιοθετήθηκε στην απόφαση, με αριθμό 800/2021 είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε δικαστήριο στην υπόθεση του προσφεύγοντος, η οποία αφορούσε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου σε σχέση με την οποία είχε διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της Σύμβασης από το Δικαστήριο. Υπό το πρίσμα των προηγούμενων σκέψεων, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι επιβλήθηκε δυσανάλογη επιβάρυνση στον προσφεύγοντα, στερώντας του κάθε σαφή και πρακτική δυνατότητα να ζητήσει από τα δικαστήρια να αποφανθούν επί της αγωγής του και, ως εκ τούτου, θίγοντας την ίδια την ουσία του δικαιώματός του πρόσβασης σε ένα δικαστήριο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση του Άρθρου 6 παρ 1 της Σύμβασης.
Με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, έχουμε πλέον τη πλήρη, σοβαρή και συνάμα ανατροπή του νομολογιακού δεδομένου, που επήλθε με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και απασχόλησε πολύ το νομικό κόσμο, η οποία είχε κρίνει ότι «ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες».
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΕ 1279/2026 :
Ήδη το ΣτΕ επελήφθη εκ νέου της υποθέσεως, κατ' άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989,με Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας:
Ι.- Έκανε δεκτή την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατ’ επίκληση της αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3). Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και ειδικότερα στην σκέψη 13 η ΣτΕ 1279/2026 αναφέρει: « η ως άνω από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω του δυσανάλογου περιορισμού που επιβλήθηκε στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, όπως ήδη εκτέθηκε, η μεταστροφή της νομολογίας με την απόφαση 800/2021 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του αιτούντος για πρώτη φορά ως απαράδεκτη, έθεσε περιορισμό στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο και δημιούργησε σε βάρος του ανασφάλεια δικαίου. Συνεπώς, συντρέχει η ως άνω υπό στοιχείο Α΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας, διότι η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που διαπιστώθηκε με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ.»
ΙΙ.-Εξαφάνισε την απόφαση ΣτΕ Ολομ. 800/2021 με βάση την ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
ΙΙΙ.- επανέκρινε την υπόθεση υπό το πρίσμα της νομολογίας που είχε διαμορφωθεί
Το ΣτΕ έκρινε, όπως αναφέρει το από 9.9.26 δελτίο Τύπου: «Με την 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια της ανωτέρω απόφασης του ΕΔΔΑ, προκειμένου να αρθεί η παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που διαγνώστηκε με αυτήν, σύμφωνα και με την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στην ΟλΣτΕ 1501/2014, την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με την ΟλΣτΕ 800/2021, η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (με μειοψηφία ενός μέλους)».
5.Συμπερασματικά: Α. Ήδη μετά την 1279/2026 απόφαση της Ολ. ΣτΕ και μετά την απόφαση ΕΔΔΑ: «Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος» (Νο 3) της (04.06.2024) και, ενόψει της προηγούμενης νομολογίας του ΣτΕ (1501/2014) για την αστική ευθύνη του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των δικαστικών αναφορικά με την εφαρμογή του εθνικού δικαίου ,είναι δυνατή η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως υπό με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένου, ή με ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος . Ενόψει όμως της φύσης του δικαστικού έργου, μετά την 1501/2014 και ήδη την 1279/2026 απόφαση της ΟλΣτΕ, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ., 1330/2016).
Β. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσης οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη (Ολ.ΣτΕ 1501/2014, 1330/2016). Η μη επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής προδήλου σφάλματος του δικαστικού λειτουργού (βλ. ΣτΕ 1607/2016) ή μη απόδειξη τέτοιου προδήλου σφάλματος δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, η δε κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί (ΔιοικΠρΑθ 3350/2019).
Γ.Η 1279/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας αλλάζει, άρδην και ριζικώς, τα νομολογιακά δεδομένα(των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας 800-803/2011) επί του θέματος της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου και επαναφέρονται τα κριθέντα επι του θέματος, όπως είχαν παγιωθεί με τη ΣτΕ 1501/2014 Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας.
ΈΠΙΛΟΓΟΣ:
«Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου» (ΣτΕ 2527/2019)Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται ότι: «Η λογοδοσία είναι πλέον το κύριο θέμα της δημοκρατίας και κυρίως της Δικαιοσύνης» .
1.Θεμελιώδες στοιχείο της αρχής της νομιμότητας στη Χώρα μας είναι η καθιέρωση της ευθύνης του Κράτους προς αποζημίωση για ζημίες που προκαλούν οι δημόσιες αρχές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ). H αστική ευθύνη του Δημοσίου αποτελεί έναν από τους βασικούς επανορθωτικούς θεσμούς του δικαίου. Όπως έχει ειπωθεί χαρακτηριστικά, οι αρχές της ευθύνης του Δημοσίου και της νομιμότητας είναι οι δύο πυλώνες του συστήματος εγγυήσεων των διοικουμένων.
2.Θεμέλιο της ευθύνης του Κράτους είναι τα άρθρα 4 παρ 5 και 20 παρ 1 του Συντάγματος. Θα ήθελα απλώς να επισημάνω τη σημασία που έχει για το Κράτος δικαίου ο έλεγχος των πράξεων όλων των εξουσιών, η λεγομένη καθολική λογοδοσία. Σύμφωνα προς θεμελιώδεις αρχές, που εκπορεύονται από τα άρθρα 4 παρ 5 και 20 παρ 1 του Συντάγματος, αυτό (το Σύνταγμα) δεν ανέχεται να εμποδίζεται ένας πολίτης (όπως συνέβη με τις δικαστικές αποφάσεις 799-803/2021 ΣτΕ που απετέλεσαν ζήτημα της υπό κρίσιν απόφασης του ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι προκύπτει ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ) να ζητήσει δικαστική προστασία και να αξιώσει από τα δικαστήρια αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από ζημιογόνο δράση των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση και η δράση της διέπεται και εκείνη από την αρχή της νομιμότητας, όπου στο άρθρο 288 της Συνθήκης Ε.Κ. (ΣΕΚ) καθιερώνεται ρητά η υποχρέωση της Κοινότητας για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. (βλ. Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90, Απόφαση Brasserie du pecheur (C-46/93).
3.Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα παντός σε δίκαιη δίκη και στην «Υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας» (No. 3) (57246/21) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι εμποδίζεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο η άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Όπως εκτενώς αναφέρει το ΕΔΔΑ, κανείς δεν μπορεί να εμποδισθεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ στην περίπτωση της δικαστικής εξουσίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ζημιογόνου δράσης οργάνων του Κράτους, αντίθετα με την υπάρχουσα νομολογία του ΣτΕ (Βλ. αποφάσεις 800-803/2021 ΣτΕ), σε αντίθεση μάλιστα με την προϋπάρχουσα νομολογία του ΣτΕ (1501/2014).
4.Η ΟλΣτΕ 1501/2014 αποτελεί τη ρητή αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες.
Η διαπίστωση του παράνομου της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 4410/2015, 877/2013 7μ., 1413/2006 7μ., 2727/2003) ή του κατάφωρου ή πρόδηλου χαρακτήρα της παρανομίας (πρβλ ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.).
5.Το ΣτΕ 1501/2014 έκρινε ότι: α) η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με τη φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του, β) εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, γ) εφόσον δε το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών, η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους, δ) ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Σύμφωνα με την 1501/2014 Απόφαση του ΣτΕ, η υποχρέωση του Κράτους κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος και, ιδίως, της επιταγής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών που θεσπίζεται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος («Οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους»).
6.Πρόκειται για συστατικό του πυρήνα του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας και συμβάλλει στην αποτροπή της αυθαιρεσίας κάθε εξουσίας.
Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση (1501/2014 ΣτΕ)με την οποία κρίθηκε ότι η πρόσβαση σε δικαστήριο είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη που θεσπίζεται ως ειδική έκφανση της δίκαιης δίκης στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 14 παρ. 1 του ΔΣΑΠΔ. Ουσιαστικά πρόκειται για συστατικό του πυρήνα του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας και συμβάλλει στην αποτροπή της αυθαιρεσίας κάθε εξουσίας. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε κάποιους νόμιμους και προβλεπόμενους περιορισμούς. Κατά το ΕΔΔΑ, οι περιορισμοί δεν μπορούν να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, ούτε να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας. Η μεταβολή της νομολογίας με τις 799-803/2021 αποφάσεις του ΣτΕ αποδοκιμάσθηκε απο το ΕΔΔΑ και ιδίως η κρίση των ανωτέρω Αποφάσεων: «ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση να καθορίσει τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από τα όργανα αυτά κατά την άσκηση τόσο του δικαιοδοτικού όσο και του εν γένει δικαστικού τους έργου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η διοίκηση της Δικαιοσύνης, καθώς και την έκταση της αποκαθισταμένης ζημίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες.»(!!!)
8.Η υποχρέωση της Ελλάδας να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ που απορρέει από το άρθρο 46 ΕΣΔΑ, διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 28 παρ. 1 Σ) και από την ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, δεσμεύει όλες τις εθνικές αρχές (εκτελεστικές, νομοθετικές, δικαστικές) και συνεπώς πλέον είναι δυνατή η άσκηση αποζημιωτικής αξίωσης κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος – για την αποκατάσταση της ζημίας από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, με την επισήμανση ότι:
Ι ) ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ:
Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 799/2021, κρίθηκαν τα εξής: Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προϋποθέσεις αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από απόφαση εθνικού δικαστηρίου, αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, εξαιτίας παραβίασης κανόνα του ενωσιακού δικαίου, είναι οι εξής: α) Ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού να είναι κατάφωρη και γ) να υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας των ιδιωτών. Η δε εφαρμογή της αρχής της ευθύνης του κράτους μέλους για αποφάσεις εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό δεν επιτρέπεται να τεθεί σε κίνδυνο από την έλλειψη αρμοδίου δικαστηρίου.
ΙΙ) ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ:
H αστική ευθύνη του Δημοσίου αποτελεί έναν από τους βασικούς επανορθωτικούς θεσμούς του Δικαίου για την τήρηση της αρχής της νομιμότητος. «Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου» (ΣτΕ 2527/2019).Η ιστορική απόφαση 1501/2014 ΣτΕ πρωτοπόρησε με την ανάλογη, εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε περίπτωση προδήλου ή βαρέος σφάλματος οργάνου ενταγμένου στη δικαστική λειτουργία, όμως η νομολογία μεταστράφηκε με τις 800-803/2021 αποφάσεις της Ολομελείας ΣτΕ κρίθηκε ότι η ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως με επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και οι σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ κρίθηκε ότι επιβλήθηκε με την 800/2021 ΣτΕ δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα, στερώντας του κάθε σαφή και πρακτική δυνατότητα να αποφανθεί το δικαστήριο επί της αγωγής του και, συνεπώς, επλήγη στην ουσία του το δικαίωμα προσβάσεώς του σε δικαστήριο, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας ΣτΕ, εκδόθηκε επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 κατόπιν εκδόσεως της αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3). Με την 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι συντρέχουν οι (Α΄ έως Ζ΄) προϋποθέσεις αποδοχής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. Η 1279/2026 εξαφάνισε την 800/2021 ΣτΕ σύμφωνα και με την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 τουΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στη ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με τη ΣτΕ 800/2021 Ολομ., η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ .Το ΣτΕ τελικά απέρριψε την Αίτηση Αναιρέσεως γιατί έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση προδήλου σφάλματος. Αξίζει επισήμανσης και αναφοράς, η μειοψηφία στο ζήτημα, των Αντιπρόεδρου Δ. Μακρή και της Σύμβουλου Σ. Βιτάλη, που με κρυστάλλινη νομική σκέψη απαντούν στο όλο θέμα. Η 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας ΣτΕ πιστεύω ότι έλυσε τον γόρδιο δεσμό: είναι δυνατή πλέον η διεκδίκηση αποζημιώσεως από το Ελληνικό Δημόσιο, σε περίπτωση προδήλου ή βαρέος σφάλματος οργάνου ενταγμένου στη δικαστική εξουσία, σύμφωνα με τις σκέψεις της ΣτΕ 1501/2014
Ολομ.
Με την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας» (No. 3) (57246/21) προκύπτει ότι θεμελιώνεται κατά το εθνικό δίκαιο η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, που προκαλούν ζημία παράνομες ή όταν αυτές είναι μεν νόμιμες, αλλά προκαλούν βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, αναμένεται η συμμόρφωση από το ΣτΕ και με την αναγγελθείσα νομοθετική πρωτοβουλία.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΥΠΟΥ
Αθήνα, 9.9.2026
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Με την απόφαση 1279/2026 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μιχαήλ Πικραμένος, Εισηγήτρια: Παρασκευή Μπραΐμη, Σύμβουλος), σε υπόθεση που αφορούσε αγωγή αποζημίωσης για πρόδηλο σφάλμα από δικαστική απόφαση, έγινε δεκτή αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της 800/2021 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν εκδόσεως της από 4.6.2024 καταδικαστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3), εξαφανίστηκε η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας, εκδικάστηκε εκ νέου η αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας είχε εκδοθεί η πληττόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι:
Α) Συντρέχουν οι (Α΄ έως Ζ΄) προϋποθέσεις αποδοχής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, εφόσον: H ΣτΕ 800/2021 Ολομ. έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που διαπιστώθηκε με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ (Α΄ προϋπόθεση). H επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν προσκρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος (Β΄ προϋπόθεση, με μειοψηφία ενός μέλους), ούτε σε κάποιον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος (Δ΄ προϋπόθεση). H συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ούτε παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο (Γ΄ προϋπόθεση). Η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, όσον αφορά τη νόμιμη και πραγματική βάση της, και δικαιολογημένη ως προς την κρίση της περί παραβιάσεως εν προκειμένω του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ε΄ προϋπόθεση). Δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία (αποφάσεις ΕΔΔΑ, ΔΕΕ ή ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου), από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε, εν προκειμένω, στην κρίση του για την αποδοθείσα στην πληττόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Στ΄ προϋπόθεση). Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, ούτε έχει εκδοθεί νόμος που να θεσπίζει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας -την ανάγκη του οποίου είχαν επισημάνει τόσο η πληττόμενη ΣτΕ 800/2021 Ολομ. όσο και η ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.-, ώστε να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ζ΄ προϋπόθεση).
Β) Με την 1279/2026 απόφαση της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια της ανωτέρω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκειμένου να αρθεί η παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που διαγνώστηκε με αυτήν, σύμφωνα και με την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στη ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με τη ΣτΕ 800/2021 Ολομ., η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (με μειοψηφία ενός μέλους).
Γ) Η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι «θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος» δεν συνιστά προσθήκη ενός επιπλέον όρου θεμελιώσεως της ευθύνης του Δημοσίου, αλλά επανάληψη της ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Νομίμως το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ ως εξαιρετικά φορμαλιστικής με την από 14.12.2006 καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Το διοικητικό εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη τα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (νομοθεσία, νομολογία, πάγια δικονομική πρακτική συντάξεως δικογράφων, ασφάλεια δικαίου) για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω πρόδηλο σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος και, περαιτέρω, νομίμως έκρινε ότι αυτά δεν συγκροτούν τη νομική έννοια του πρόδηλου σφάλματος κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ (με μειοψηφία τριών μελών).
Νικόλαος Σεκέρογλου
Πάρεδρος
Αριθμός 1279/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Διομήδης Κυριλλόπουλος, Χρήστος Ντουχάνης, Άννα Καλογεροπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Δημήτριος Μακρής, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παρασκευή Μπραΐμη, Σοφία Βιτάλη, Βασιλική Κίντζιου, Μαρία Σωτηροπούλου, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Ευσταθία Σκούρα, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Άννα Μπόνου, Βασιλική Μόσχου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Χριστιάνα Μπολόφη, Ουρανία Νικολαράκου, Οδυσσέας Σπαχής, Δημήτριος Τομαράς, Αθανάσιος Ασημακόπουλος, Ευαγγελία Τζιράκη, Ελευθέριος Μελισσαρίδης, Σύμβουλοι, Σοφία Παπακωνσταντίνου, Ευάγγελος Αργυρός, Ανδρέας Χρυσικόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Άννα Μπόνου και Δημήτριος Τομαράς καθώς και ο Πάρεδρος Ανδρέας Χρυσικόπουλος μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2007. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.
Για να δικάσει την από 12 Σεπτεμβρίου 2024 αίτηση:
του Ιωάννη Ζουμπουλίδη του Χαράλαμπου, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής (Μεγάλου Σπηλαίου 5), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Γεωργία Παπαδάκη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας εκδίκασης της από 8.5.2017 αίτησης του αιτούντος περί αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 1107/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με την 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Παρασκευής Μπραΐμη.
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της 800/2021 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή ασκείται βάσει των διατάξεων του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και κατ’ επίκληση της αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3). Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Επειδή, η αίτηση αυτή εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της Ολομελείας με μείζονα σύνθεση, κατόπιν της από 5.3.2025 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. γ΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242).
4. Επειδή, το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του π.δ. 76/2022 (Α΄ 205), προβλέπει ότι: «1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι. 2. Η οριστική απόφαση του Δικαστηρίου διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία εποπτεύει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. 3. ...». Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, το κράτος μέλος υποχρεούται όχι μόνο να καταβάλει στον προσφεύγοντα την αποζημίωση που του επιδικάσθηκε με την καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, αλλά επίσης να λάβει στην έννομη τάξη του μέτρα, ατομικού ή/και γενικού χαρακτήρα, προκειμένου να τερματίσει την παράβαση που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ και να άρει τα αποτελέσματά της, ώστε να περιέλθει ο προσφεύγων, στο μέτρο του δυνατού, στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση αυτή [βλ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 32772/02, σκ. 85, της 30.6.2009, πρβ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας, αρ. προσφ. 39221/98 και 41963/98, σκ. 249, της 13.7.2000, και γαλλικό Conseil d’ État της 30.7.2014, M. Vernes, αρ. 358564, σκ. 3-4]. Και τούτο διότι η σχετική, διαπιστωτική της παραβάσεως, απόφαση του ΕΔΔΑ στερείται διαπλαστικού χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχει ως συνέπεια την ακύρωση, την εξαφάνιση ή την αναίρεση της δεσμευτικότητας και των έννομων συνεπειών των οικείων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων (βλ. ΕΔΔΑ Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, αρ. προσφ. 66602/09 και 71879/12, σκ. 73, της 9.6.2016, πρβ. ως άνω Conseil d’ État της 30.7.2014, σκ. 5). Εξάλλου, αν και οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν κατά την ανωτέρω έννοια δεσμευτικό χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, το κράτος μέλος διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τα μέσα που επιλέγει για να ανταποκριθεί στο ανωτέρω καθήκον του, αρκεί τα μέσα αυτά να είναι ικανά να οδηγήσουν στην αποτελεσματική εκπλήρωση της εν λόγω διεθνούς υποχρεώσεώς του [βλ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 2236/19, σκ. 32, της 26.10.2021, Emre κατά Ελβετίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 5056/10, σκ. 69, της 11.10.2011, Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 88]. Περαιτέρω, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η επανάληψη της εθνικής ένδικης διαδικασίας, στην οποία σημειώθηκε η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, μέσω της επανεξετάσεως από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο του (απορριφθέντος) ενδίκου μέσου, προκειμένου να αρθεί η επίμαχη παράβαση και να εξαλειφθούν ex tunc οι συνέπειές της, συνιστά, κατ’ αρχήν, πρόσφορο μέσο (ενδεχομένως, δε, ανάλογα με την περίπτωση, και το μόνο ή το πλέον κατάλληλο μέσο) πλήρους και προσήκουσας εκτελέσεως της αποφάσεως του ΕΔΔΑ [πρβ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (Νο. 2), αρ, προσφ. 19867/12, σκ. 49, της 11.7.2017, (Ευρ. Σύνθ.) Bochan κατά Ουκρανίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 22251/08, σκ. 58, της 5.2.2015, Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 89, βλ. σχετικά και ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 1992-1993/2016 7μ.]. Το εθνικό δικαστήριο που δικάζει υπόθεση του δικαιωθέντος στο ΕΔΔΑ διαδίκου είτε στο πλαίσιο επαναλήψεως της εθνικής διαδικασίας που αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του ΕΔΔΑ [βλ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), σκ. 36-39, Κονταλέξης κατά Ελλάδος (Νο. 2), αρ. προσφ. 29321/13, της 6.9.2018] είτε στο πλαίσιο μίας διαφορετικής από αυτή διαδικασίας [βλ. ΕΔΔΑ Τσακιλτζής κατά Ελλάδας (Νο. 2), αρ. προσφ. 72624/10, της 19.10.2017, βλ. και Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 61-63, (επί του παραδεκτού) Egmez κατά Κύπρου, αρ. προσφ. 12214/07, σκ. 48-56, της 18.9.2012] οφείλει να ερμηνεύει την εν λόγω απόφαση του ΕΔΔΑ, υπό το φως των αρχών που διέπουν την αποτελεσματική εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, και, σε κάθε περίπτωση, να μην αποκλίνει αυθαίρετα από τα κριθέντα σε αυτήν [πρβ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), σκ. 36, Κονταλέξης κατά Ελλάδας (Νο. 2), σκ. 58, Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας (Νο. 2), σκ. 55, Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (Νο. 2), σκ. 95-96, Bochan κατά Ουκρανίας (Νο. 2), σκ. 63-65, Emre κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 71-75].
5. Επειδή, στο άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (Α´ 240), ορίζονται τα εξής: «1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστικού σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας που την εξέδωσε. 2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. 3. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τηρουμένης κατά τα λοιπά της ισχύουσας διαδικασίας. ...».
6. Επειδή, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας συνιστά έκτακτο ένδικο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται η εξαφάνιση εν όλω ή εν μέρει αμετάκλητης αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να καταστεί εκκρεμές και να κριθεί εκ νέου το ένδικο βοήθημα ή μέσο που είτε έγινε δεκτό είτε απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει με την απόφαση αυτή. Το ως άνω άρθρο ρυθμίζει ορισμένα μόνο θέματα της ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως, ενώ για τα λοιπά ζητήματα παραδεκτού καθώς και για τη διαδικασία εκδικάσεώς της παραπέμπει στις διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας ενδίκων μέσων και βοηθημάτων όπως το αρχικώς ασκηθέν ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση επί του οποίου παραβίασε, κατά το ΕΔΔΑ, δικαίωμα του αιτούντος την επανάληψη. Ενόψει τούτου, νομίμως έχει κατατεθεί για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας το παράβολο... που προβλέπεται για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, επί του οποίου εκδόθηκε η πληττόμενη 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ.). Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στις 12.9.2024, ασκείται εμπροθέσμως, ήτοι εντός της 90νθήμερης προθεσμίας από τις 4.9.2024, οπότε και κατέστη οριστική η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ (ΣτΕ 1670/2021, 680/2017 7μ.).
7. Επειδή, από την πληττόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που γεννήθηκαν στις 27.9.1986 και 1.8.1990 αντίστοιχα, προσελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συναφθείσα στις 2.10.1992, ως υπάλληλος κλάδου βοηθητικού προσωπικού στην Ελληνική Πρεσβεία στη Γερμανία με βαθμό κλητήρα Α΄. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 24.3.1998 υπηρέτησε αρχικά στη Βόννη και ακολούθως στο Βερολίνο, στην ίδια θέση και με το ίδιο νομικό καθεστώς, λάμβανε δε το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή όχι όμως και την προβλεπόμενη από το άρθρο 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 προσαύξηση τέκνου επί του εν λόγω επιδόματος. Με την από 22.5.1998 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αιτών ζήτησε, κατά το πρώτο σκέλος του αιτητικού, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, για το από 1.1.1993 έως 31.5.1998 χρονικό διάστημα, την ως άνω προσαύξηση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 964/1999 απόφαση απέρριψε το εν λόγω αγωγικό αίτημα, με τη σκέψη ότι, κατά την έννοια των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 131 του ν. 419/1976, σε συνδυασμό με τις παραγράφους Ε΄ και ΣΤ΄ της Φ.083-58/11.3.1988 αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών περί καθορισμού, από 1.1.1988, του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, το επίδομα τέκνων με την αναλογία επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής καταβάλλεται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, κατ’ αποκλεισμό του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η διαφορετική δε αυτή μεταχείριση δεν αντιβαίνει στη συνταγματική επιταγή περί ισότητας, δεδομένου ότι υπαγορεύεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Οι λόγοι συνίστανται, προεχόντως, στο γεγονός ότι οι υπάλληλοι που παρέχουν εργασία με σχέση δημοσίου δικαίου και εκείνοι που εργάζονται με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, η κάθε μία από τις οποίες διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο συνεπάγεται διαφοροποιημένες ρυθμίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά, κυρίως, το σύστημα αμοιβής, επαγγελματικής εξελίξεως και κοινωνικής ασφαλίσεως. Έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή με την 9975/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, καθ’ ο μέρος αφορούσε στο σκέλος του αγωγικού αιτήματος για το χρονικό διάστημα από 24.3.1998 έως 31.5.1998, και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το, ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξοφλήσεως, ποσό των 2.584 ECU, δεχόμενο ότι υπό το καθεστώς ισχύος του, μεταγενέστερου, Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 135 του ν. 2594/1998) δεν υφίστατο πλέον η διάκριση μεταξύ μονίμων και μη υπαλλήλων, με συνέπεια όσοι δικαιούνται το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής να δικαιούνται αυτομάτως και την επ’ αυτού προσαύξηση για οικογενειακά βάρη, επικύρωσε δε, κατά τα λοιπά, την κρίση του πρωτοδικείου, υιοθετώντας την ίδια κατά τα ουσιώδη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμω αβάσιμη ως προς το αίτημα επιδικάσεως του επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το από 1.1.1993 έως 24.3.1998 διάστημα, με τη σκέψη ότι η ρύθμιση του άρθρου 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων αναφέρεται σε κατηγορία εργαζομένων συνδεομένων με σχέση δημοσίου δικαίου με το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είναι διαφορετική και δικαιολογεί άλλη μεταχείριση από την κατηγορία εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου σε αυτό, από δε τη μη χορήγηση του επιδόματος τέκνων στην τελευταία κατηγορία εργαζομένων δεν δημιουργείται κατάσταση αντίθετη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αλλά ούτε και με το άρθρο 119 της Ιδρυτικής Συνθήκης ΕΟΚ και τις διατάξεις του άρθρου 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, καθόσον πρόκειται για την αντιμετώπιση ανόμοιων, ως προς τη βασική σχέση που διέπει την εργασία τους, κατηγοριών εργαζομένων, οι οποίες δεν τελούν στην ίδια κατάσταση από άποψη προσλήψεως και εξελίξεως, ρύθμιση η οποία επιβάλλεται και από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Κατά της 9975/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ο αιτών άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου. Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως προέβαλε ότι μη νομίμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα της αγωγής του περί επιδικάσεως προσαυξήσεως τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το διάστημα από 1.1.1993 έως 24.3.1998, διότι, α) εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε την Φ.083-58/11.3.1988 κοινή υπουργική απόφαση, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αναγνώριζε το δικαίωμα απολήψεως της εν λόγω προσαυξήσεως, αλλά, αντιθέτως, εφάρμοσε την 2001/800/185/0022/17.3.1993 όμοια, η οποία ήταν ανίσχυρη ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της προβλεπόμενης στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 εξουσιοδοτήσεως, και β) κρίνοντας το Εφετείο ότι οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών δεν δικαιούνται το εν λόγω επίδομα, παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Ιδρυτικής Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν ως αόριστοι με την 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ), με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν περιείχετο, κατά τρόπο επαρκή, η ιστορική βάση της αγωγής του ενάγοντος, δεδομένου ότι δεν παρατέθηκαν τα στοιχεία της εργασιακής σχέσεως, ούτε αναφέρονταν ο αριθμός και η ηλικία των τέκνων του αλλά ο ενάγων αναφερόταν μόνο στην ερμηνεία των διατάξεων που φέρονταν ότι παραβιάστηκαν και στην παράθεση της σχετικής νομικής σκέψεως του Εφετείου. Κατά τα λοιπά, με την ίδια απόφαση ο Άρειος Πάγος, επιληφθείς αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως του αιτούντος και του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε τους εκατέρωθεν προβληθέντες λόγους αναιρέσεως, πλην του εβδόμου λόγου, αναίρεσε κατά το οικείο μέρος την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε κατά το αναιρεθέν μέρος την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να κρίνει σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος προς επιδίκαση τόκων επί του ποσού που επιδικάστηκε με την απόφαση του Εφετείου, το οποίο (αίτημα) το Εφετείο είχε παραλείψει να εκδικάσει. Μετά ταύτα, ο αιτών άσκησε, κατ’ άρθρο 34 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ατομική προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, παραπονούμενος ότι, λόγω της απορρίψεως από τον Άρειο Πάγο ορισμένων από τους λόγους αναιρέσεως για τυπικούς λόγους, παραβιάστηκε το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Με απόφαση, ληφθείσα στις 14.12.2006 (Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, αρ. προσφ. 77574/01), το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι, εφόσον στην παρούσα υπόθεση η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος δεν υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που είχε κάνει δεκτά το Εφετείο, τα απαιτούμενα για την εξέταση της αναιρέσεως στοιχεία ήταν στη διάθεσή του, δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος προέκυπτε σαφώς από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ, περαιτέρω, οι όροι της συμβάσεως αυτής, η οικογενειακή κατάσταση του ήδη αιτούντος, καθώς και η ηλικία και ο αριθμός των παιδιών του αποτελούσαν στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ο οποίος κατατέθηκε μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως λόγω αοριστίας των ως άνω λόγων συνιστούσε μια εξαιρετικά τυπολατρική προσέγγιση της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, η οποία εισήγαγε περιορισμό δυσανάλογο προς τον σκοπό της εγγυήσεως της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και ότι, συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο. Για τον λόγο αυτόν επιδίκασε υπέρ του αιτούντος το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ.
8. Επειδή, ακολούθως, ο αιτών κατέθεσε στις 13.12.2007 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει εντόκως το ποσό των 47.280 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό του σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 16.860 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την έκδοση της 1143/2001 παράνομης αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το μέρος που απορρίφθηκαν ως αόριστοι οι δύο προεκτεθέντες λόγοι αναιρέσεως, είναι παράνομη γιατί παραβιάζει το κατοχυρωμένο στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, γεγονός το οποίο διαπιστώθηκε και με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 14.12.2006. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, εάν ο Άρειος Πάγος δεν είχε παρανόμως κρίνει ως απαραδέκτως προβληθέντες τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, αλλά είχε χωρήσει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας, θα τους είχε δεχθεί, ενόψει της μεταστροφής που είχε εν τω μεταξύ λάβει χώρα στη νομολογία του ΑΠ, και θα είχε αναιρέσει την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εν συνεχεία δε, θα ανέπεμπε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο αρμόδιο εφετείο, το οποίο θα υποχρέωνε το εναγόμενο να καταβάλει την αιτούμενη προσαύξηση λόγω τέκνων από 1.1.1993 έως 24.3.1998, το συνολικό ποσό της οποίας είναι ίσο, κατά τους υπολογισμούς του, με το αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Το διοικητικό πρωτοδικείο με την 4997/2015 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, διότι έκρινε ότι δεν γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, με το σκεπτικό ότι το νομικό σφάλμα, το οποίο η από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ απέδωσε στον Άρειο Πάγο, ενόψει των χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πρόδηλο χαρακτήρα, ώστε να δικαιολογεί την αποζημίωση του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1107/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και την ερμηνεία που έχει δοθεί σ’ αυτό με τη νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 1501/2014 και 1330/2016), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 562 παρ. 4, 559 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ως εξής: «[Π]ροκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, λόγω ζημίας που προκλήθηκε από όργανα της δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσης του δικαστικού λειτουργού. Το σφάλμα που η από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απέδωσε στην απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως αόριστων κατόπιν μιας προσέγγισης της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, [η] οποία ήταν, κατ’ αυτό, εξαιρετικά φορμαλιστική. Η αοριστία του δικογράφου έγκειτο, κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου, στην παράλειψη του ήδη εκκαλούντος να εκθέσει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης την ιστορική βάση της απορριφθείσας ως μη νόμιμης αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, όπως αυτά της εργασιακής του σχέσης και της οικογενειακής του κατάστασης. Η παράλειψη όμως αυτή, ενόψει των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αίτησης αναίρεσης, των γενομένων δεκτών από τη νομολογία του ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υπόθεσης, κινείται οριακά στα πλαίσια της αοριστίας, παρά το γεγονός ότι η μεν σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος προέκυπτε από το κείμενο των λόγων αναίρεσης, η δε οικογενειακή του κατάσταση από τα στοιχεία του φακέλου, ο οποίος ήταν στη διάθεση του Δικαστηρίου. Και τούτο διότι αφενός μεν ο Άρειος Πάγος είχε, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., δυνατότητα, μετά από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, αυτεπάγγελτης έρευνας των συγκεκριμένων λόγων αναίρεσης, αφετέρου, λόγοι ασφάλειας του δικαίου οδήγησαν τον Άρειο Πάγο στην ανωτέρω κρίση, η οποία, για τους προαναφερθέντες λόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πρόδηλο σφάλμα που εξέρχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα θεμιτά όρια του προσδιορισμού ενός δικογράφου αναίρεσης ως ορισμένου. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός από το ΕΔΔΑ της κρίσης του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής δεν ισοδυναμεί, άνευ άλλου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου, όπως αβάσιμα προβάλλει ο εκκαλών. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι ελλείπει η προϋπόθεση του πρόδηλου χαρακτήρα του σφάλματος της κρίσης των οργάνων της δικαστικής εξουσίας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, όπως νόμιμα και ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου λόγου της έφεσης. Εξάλλου, ο λόγος έφεσης ότι με την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραβιάστηκε το ουσιαστικό δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του ΕΔΔΑ, ότι δηλαδή το ΕΔΔΑ έκρινε δεσμευτικά ότι η απόρριψη με την απόφαση του Αρείου Πάγου των λόγων αναίρεσης ως αόριστων ήταν παράνομη, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι με την εκκαλούμενη απόφαση δεν κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παρανομία, αλλά ότι το νομικό σφάλμα της απόφασης του Αρείου Πάγου δεν έχει πρόδηλο χαρακτήρα, απαραίτητη προϋπόθεση για την αποζημίωση του εκκαλούντος, ...».
9. Επειδή, κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ο αιτών άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. και αποφάσεις ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 της Ολομελείας σε υποθέσεις άλλων διαδίκων που δικάσθηκαν την ίδια ημέρα με την υπόθεση του αιτούντος). Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε τα γενόμενα δεκτά στην 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας του, ότι στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες ή παράνομες, και ότι η κατοχυρωμένη στην ως άνω διάταξη ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιβάλλει στον νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από τη δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, άρα και εκείνη των οργάνων που είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Περαιτέρω όμως, με την ίδια απόφαση (βλ. και ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 Ολομ.) κρίθηκε για πρώτη φορά, και αντίθετα προς την προηγούμενη απόφαση της Ολομελείας 1501/2014, ότι: «Οι διατάξεις [του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ] αναφερόμενες σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχουν, παρά την ευρεία διατύπωσή τους, εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση να καθορίσει τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από τα όργανα αυτά κατά την άσκηση τόσο του δικαιοδοτικού όσο και του εν γένει δικαστικού τους έργου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η διοίκηση της Δικαιοσύνης, καθώς και την έκταση της αποκαθισταμένης ζημίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Η γενόμενη δεκτή με την απόφαση ΣτΕ 799/2021 (Ολομ.) υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά διαφορετική περίπτωση, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διαφύλαξης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια, και όχι από τη διαπίστωση, από την πλευρά του Δικαστηρίου, της ύπαρξης κοινής στις εθνικές έννομες τάξεις προσέγγισης ως προς την αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Εξάλλου, μετά την απόφαση Köbler του ΔΕΚ (C-224/01), στις έννομες τάξεις πλειόνων κρατών μελών υφίσταται διάκριση μεταξύ, αφενός, της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου από τα δικαστήρια, την οποία τα ίδια αναγνωρίζουν, και, αφετέρου, της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου για παραβιάσεις του εθνικού δικαίου από δικαστικές αποφάσεις, την οποία καταρχήν απορρίπτουν [...].». Με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε επίσης ότι, ενόψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 93 και 94), ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, εξ αυτού δε παρέπεται ότι ο νομοθέτης οφείλει να εκπληρώσει την εκτεθείσα υποχρέωση θεσπίσεως του νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, σε αρμονία με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις που καθιερώνουν το προαναφερθέν οργανωτικό σύστημα χωριστών δικαιοδοσιών, ήτοι ρυθμίζοντας τα σχετικά ζητήματα χωριστά ανά δικαιοδοτικό κλάδο. Στη συνέχεια, με την ανωτέρω 800/2021 απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. και ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 Ολομ.) κρίθηκε ότι: «[Η] μεταστροφή της νομολογίας επί ζητημάτων ερμηνείας κανόνων του θετικού δικαίου αποτελεί φαινόμενο σύμφυτο με το δικαιοδοτικό έργο και αναγκαίο μέσο για την περαιτέρω εξέλιξή της, τα δε δικαστήρια διαθέτουν την εξουσία προς πραγματοποίησή της. Κατά συνέπεια, η νομολογιακή μεταστροφή δεν παραβιάζει τις απορρέουσες από το Σύνταγμα [...] και την ΕΣΔΑ αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης -από τις οποίες άλλωστε δεν απορρέει δικαίωμα στη σταθερότητα της νομολογίας [...]-, παρά μόνον εάν αυτή παρίσταται αυθαίρετη ή παντελώς στερούμενη αιτιολογίας [...]. Εξάλλου, οι ως άνω αρχές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με την αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ουδόλως υποχρεώνουν τα δικαστήρια σε χρονική μετάθεση των εννόμων συνεπειών που συνεπάγεται η νομολογιακή μεταστροφή και, ειδικότερα, στην εφαρμογή των κανόνων και αρχών που αποτελούν το αντικείμενό της στις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση της απόφασης που την επιφέρει υποθέσεις, εκτός εάν η μεταστροφή αφορά α) σε ζητήματα παραδεκτού του ασκηθέντος ενδίκου μέσου [...], β) σε δικαιώματα, αξιώσεις ή εύλογες προσδοκίες, οι οποίες ερείδονται επί παγιωθείσας νομολογίας και καθίστανται, για τον λόγο αυτό, άξιες προστασίας παρά τη μεταστροφή που συνεπάγεται την εφεξής μη αναγνώρισή τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, δεν νοείται άμεση εφαρμογή κανόνα αποτελούντος προϊόν νομολογιακής μεταστροφής κατά παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας [...]». Με τα δεδομένα αυτά, στην ίδια 800/2021 απόφαση (βλ. και ΣτΕ 1360-1361/2021 Ολομ., πρβ. και ΣτΕ 801-803/2021 Ολομ.) κρίθηκε ακολούθως ότι το ζήτημα της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του διοικητικού πρωτοδικείου που, ενώ όφειλε να απορρίψει ως απαράδεκτη αγωγή κατά του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία, τη δίκασε κατ’ ουσίαν, ως ζήτημα αναγόμενο στη δημόσια τάξη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κατ’ αναίρεση και ανεξαρτήτως συνδρομής των προβλεπομένων στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 προϋποθέσεων παραδεκτού. Εξάλλου, όπως κρίθηκε, το Δικαστήριο δεν κωλύεται ως προς την κρίση του αυτή εκ του γεγονότος ότι η κατά τα ανωτέρω διάγνωση της υπερβάσεως δικαιοδοσίας αποτελεί άμεση συνέπεια της πραγματοποιούμενης, εν προκειμένω, μεταστροφής της νομολογίας σε σχέση με τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Και τούτο, αφενός διότι η υπέρβαση δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 56 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. 18/1989 αποτελεί λόγο αναιρέσεως και δεν συνδέεται με το παραδεκτό του οικείου ενδίκου μέσου και, αφετέρου, διότι οι επίδικες αξιώσεις δεν στηρίζονταν στη συγκεκριμένη περίπτωση σε πάγια νομολογία. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω εκτεθείσες αρνητικές προϋποθέσεις, οι οποίες έλκουν σε εφαρμογή τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και κωλύουν την άμεση εφαρμογή των κανόνων που προέκυψαν από τη νομολογιακή μεταστροφή. Με τις σκέψεις αυτές, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος εφετείου, για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του δικάσαντος την αγωγή του αιτούντος πρωτόδικου δικαστηρίου, και, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αιτούντος για τον ίδιο λόγο, δικάσθηκε και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη.
10. Επειδή, στη συνέχεια, ο αιτών προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ προβάλλοντας ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στερήθηκε την πρόσβαση σε δικαστήριο, για τον λόγο ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω 800/2021 απόφαση της Ολομελείας είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή του σχετικά με την ευθύνη του Κράτους για ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου. Επί της προσφυγής εκδόθηκε η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο περιορίστηκε εν προκειμένω από την ως άνω 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι ο επίμαχος περιορισμός προέκυψε από την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ δεν μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία σε περιπτώσεις ζημίας που προκλήθηκε από πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για το θέμα αυτό, καθώς και από την απόρριψη της αγωγής του αιτούντος ως απαράδεκτης, ελλείψει δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων (σκ. 68-71). Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι ο ως άνω περιορισμός επεδίωκε τον θεμιτό σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης (σκ. 72-74). Περαιτέρω εξέτασε κατά πόσον ο περιορισμός ήταν ανάλογος σε σχέση με τον σκοπό. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι τα διοικητικά δικαστήρια, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, υιοθέτησαν στην παρούσα υπόθεση την ερμηνεία που δόθηκε στην 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, παρά το γεγονός ότι επεσήμανε την ανάγκη θεσπίσεως ειδικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό, εξέτασε την αξίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εξάλλου, Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας εφάρμοσαν στη συνέχεια κατ’ αναλογία το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αποδεχόμενα κατά συνέπεια τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων σε έξι αποφάσεις που αφορούσαν το ίδιο θέμα, αν και με ευρύτερη έννοια. Το ΕΔΔΑ σημείωσε, επίσης, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας στην 800/2021 απόφαση, αν και επανέλαβε, όπως στην 1501/2014 απόφαση, ότι η ευθύνη του Κράτους για ζημίες που προκαλούνται από πράξεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και ότι θα πρέπει να θεσπιστεί προς τούτο ειδική νομοθεσία, έκρινε για πρώτη φορά ότι η σχετική ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί είτε κατ’ ευθεία επίκληση των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος είτε των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, γεγονός που αποτελεί μεταστροφή της νομολογίας του. Συναφώς, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση που να υιοθετεί την κρίση αυτή πριν από την επίμαχη απόφαση, καθώς και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε θέσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της ελλείψεως δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Στη συνέχεια, επανέλαβε την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου εναπόκειται κατ’ αρχήν στις εθνικές αρχές, και ιδίως στα εθνικά δικαστήρια, των οποίων την κρίση δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Δικαστήριο, εκτός από την περίπτωση που παρίσταται αυθαίρετη. Το Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της συμβατότητας με την ΕΣΔΑ των αποτελεσμάτων μιας τέτοιας ερμηνείας. Κατόπιν αυτών, έκρινε ότι, εν προκειμένω, έπρεπε να ερευνηθεί κατά πόσον ο τρόπος, με τον οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω 800/2021 απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του αιτούντος ως απαράδεκτη, ήταν συμβατός με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι η εξέλιξη της νομολογίας δεν είναι, από μόνη της, αντίθετη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, σε προηγούμενες δε υποθέσεις όπου οι αλλαγές στη νομολογία ενός κράτους μέλους είχαν επηρεάσει εκκρεμείς αστικές διαφορές, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο τρόπος, με τον οποίο είχε εξελιχθεί το δίκαιο, ήταν γνωστός στους διαδίκους ή, τουλάχιστον, ήταν ευλόγως προβλέψιμος, και ότι δεν είχε δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου σε αυτούς. Με βάση τις εκτιμήσεις αυτές, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι ακόμα και αν, κατά τον χρόνο που ο αιτών άσκησε την αγωγή στις 13.12.2007, δεν είχε εκδοθεί η 1501/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα δικάσαντα διοικητικά δικαστήρια, σε πρώτο βαθμό στις 20.4.2015 και σε δεύτερο βαθμό στις 23.2.2017, υιοθέτησαν την εν λόγω ερμηνεία της Ολομελείας και έκριναν την αγωγή και την έφεση του αιτούντος, αντιστοίχως, παραδεκτές και τις εξέτασαν (στην ουσία) βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εξάλλου, κατά τον χρόνο που ο αιτών άσκησε την αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν θέσει ζήτημα παραδεκτού επί του θέματος και δεν υπήρχε ένδειξη ότι η νομολογία θα εξελιχθεί κατά τρόπο που να αποκλίνει από την ερμηνεία που είχε δοθεί στην 1501/2014 απόφαση και η οποία υιοθετήθηκε από αποφάσεις που εκδόθηκαν στη συνέχεια. Η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην 800/2021 απόφαση είχε, κατά το ΕΔΔΑ, ως αποτέλεσμα να κριθεί για πρώτη φορά η αγωγή του αιτούντος ως απαράδεκτη, ενώ εξάλλου ο αιτών δεν είχε κανένα λόγο να θεωρεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα παρέκκλινε από την προηγούμενη νομολογία του. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι, μετά την ως άνω ερμηνεία που υιοθέτησε η 800/2021 απόφαση, η αξίωση του αιτούντος είχε καταστεί μη δικαστικώς επιδιώξιμη ad infinitum (επ’ αόριστον). Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως, και ιδίως της διαπιστώσεως ότι μέχρι τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ δεν θα τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής και ότι τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας, η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε κάθε μελλοντική προσπάθεια του αιτούντος να αξιώσει αποζημίωση από το Κράτος για τα, κατ’ αυτόν, σφάλματα των πολιτικών δικαστηρίων, μέχρι την ενδεχόμενη θέσπιση νέας νομοθεσίας. Συνεπεία των ανωτέρω, το ΕΔΔΑ, επαναλαμβάνοντας ότι όλες οι διατάξεις της ΕΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να εγγυώνται δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά, και όχι θεωρητικά και απατηλά, και παρά την κατανόησή του ως προς την πολυπλοκότητα του θέματος και την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ασφάλεια δικαίου και να προστατευθεί το κύρος της δικαιοσύνης, απέρριψε το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι, όσον αφορά την μη έγκαιρη θέσπιση της αναγκαίας νομοθεσίας, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι από την απόρριψη της αγωγής του αιτούντος μέχρι σήμερα έχει παρέλθει μικρό χρονικό διάστημα. Σχετικά, παρατήρησε ότι η ανάγκη θεσπίσεως ειδικής νομοθεσίας διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην 1501/2014 απόφαση και η Κυβέρνηση δεν ανέφερε καμία ενέργεια προς την κατεύθυνση αυτή. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην επίμαχη απόφαση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κριθεί η αγωγή του αιτούντος απαράδεκτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχε θεσπιστεί σχετική νομοθεσία για περισσότερα από επτά έτη, περιόρισε το δικαίωμα του αιτούντος να προσφύγει σε δικαστήριο για αόριστο χρονικό διάστημα, γεγονός που πρέπει τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου στον αιτούντα. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ καμία ενέργεια του αιτούντος που να δικαιολογεί ότι πρέπει να φέρει ο ίδιος το βάρος των συνεπειών αυτής της ανασφάλειας. Με τις ανωτέρω σκέψεις, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επιβλήθηκε δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα, στερώντας κάθε σαφή και πρακτική δυνατότητα να αποφανθεί το δικαστήριο επί της αγωγής του προσφεύγοντος και, συνεπώς, επλήγη στην ουσία του το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σκ. 75-84). Τέλος, το ΕΔΔΑ, όσον αφορά τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, κατ’ άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, απέρριψε τον ισχυρισμό του αιτούντος να επιδικασθούν για τη χρηματική του ζημία τα ίδια ποσά με εκείνα που είχε ζητήσει ως αποζημίωση με την αγωγή του στα διοικητικά δικαστήρια καθώς ήταν άδηλη η έκβαση της δίκης σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου, σε περίπτωση που η αγωγή του αιτούντος είχε εξετασθεί επί της ουσίας· ωστόσο το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον αιτούντα 5.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σκ. 90).
11. Επειδή, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 (βλ. σκ. 5), αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας χωρεί (μόνον) σε σχέση με δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία κρίθηκε με (οριστική) απόφαση του ΕΔΔΑ ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση διατάξεως της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, προκειμένου να γίνει δεκτή, ως βάσιμη, αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και, ακολούθως, να εξαφανισθεί η βλαπτική για τον αιτούντα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως έχει κριθεί (βλ. σχετικά ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ., 680/2017 7μ., βλ. και ΣτΕ 1992-1993/2016 7μ.), απαιτείται να συντρέχουν, σωρευτικώς, οι παρακάτω προϋποθέσεις: Α) Η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση διατάξεως της ΕΣΔΑ να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το σκεπτικό και το διατακτικό της οικείας αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, έτσι ώστε η άρση της εν λόγω παραβάσεως και των συνεπειών της να μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ολικής ή μερικής εξαφανίσεως της πληττόμενης αποφάσεως, η οποία θα καταστήσει εκ νέου εκκρεμές το κριθέν ένδικο βοήθημα ή μέσο και θα οδηγήσει είτε σε μεταβολή του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως είτε/και σε διαφορετική αιτιολογία αποδοχής ή απορρίψεώς του, συμβατή προς την οικεία απόφαση του ΕΔΔΑ. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στις περιπτώσεις που η εξαφάνιση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν θα ήταν δυνατόν να άρει τις συνέπειες της διαγνωσθείσης εκ μέρους του ΕΔΔΑ παραβιάσεως του εκ της ΕΣΔΑ δικαιώματος του αιτούντος (π.χ. λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης). Β) Η συμμόρφωση προς τη σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνεπάγεται παραβίαση κανόνα του Συντάγματος, το οποίο, ναι μεν υπερισχύει της ΕΣΔΑ, αλλά, πάντως, πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του εφικτού, κατά τρόπο «φιλικό» προς την ΕΣΔΑ, όπως αυτή ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από το ΕΔΔΑ. Γ) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ιδίως δε από το ενωσιακό δίκαιο, η οποία, ενόψει του περιεχομένου της και των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και κατόπιν σταθμίσεως των συγκρουόμενων έννομων αγαθών, κρίνεται σημαντικότερη σε σχέση με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ. Δ) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, σε κάποιον άλλον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, η εξυπηρέτηση του οποίου, σταθμιζόμενη με την ανάγκη εκτελέσεως της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, βάσει της αρχής της δίκαιης ισορροπίας, κρίνεται ότι υπερέχει. Ε) Η απόφαση του ΕΔΔΑ, που αποδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη ή την πραγματική της βάση, σύμφωνα με τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της Ευρείας Συνθέσεώς του), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τη θεμελιώδη αρχή της επικουρικότητας, διαδικαστικής και ουσιαστικής, του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και τη συναφή υποχρέωσή του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. ΣΤ) Η διαπίστωση των επίμαχων παραβάσεων, που δέχθηκε η σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν κλονίζεται από οψιγενή στοιχεία, που απορρέουν είτε από απόφαση του ίδιου του ΕΔΔΑ είτε από απόφαση του ΔΕΕ είτε, τέλος, από απόφαση ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, με την οποία γίνεται ερμηνεία ή εφαρμογή του εθνικού δικαίου ικανή να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι, με βάση το νεότερο νομολογιακό δεδομένο, το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε στην κρίση του περί της αποδοθείσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας παραβάσεως της ΕΣΔΑ. Ζ) Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, με την οποία να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση και να αίρονται τα δυσμενή για τον αιτούντα αποτελέσματά της, κατά τρόπο ώστε η επιδιωκόμενη από τον αιτούντα επανάληψη της διαδικασίας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας να παρίσταται αλυσιτελής για την προστασία των προσβληθέντων δικαιωμάτων του. Οι προϋποθέσεις αυτές εναρμονίζονται με τη φύση και τη λειτουργία της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ως έκτακτου ένδικου μέσου, με το οποίο αποσκοπείται η συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς απόφαση του ΕΔΔΑ, τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, η οποία εξυπηρετείται μέσω της αρχής του δεδικασμένου και της μη ανατροπής των αμετακλήτως κριθέντων με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και τις αρχές που διέπουν τη σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το διεθνές δίκαιο και, ιδίως, με την ΕΣΔΑ, καθώς και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ.).
12. Επειδή, ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση ζητεί να εξαφανισθεί η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, ενέχει παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, βάσει των κριθέντων με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, κατόπιν προσφυγής του. Ισχυρίζεται δε ότι η αίτηση είναι βάσιμη, διότι συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι προαναφερθείσες σωρευτικώς απαιτούμενες προϋποθέσεις.
13. Επειδή, εν προκειμένω, η ως άνω από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω του δυσανάλογου περιορισμού που επιβλήθηκε στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, όπως ήδη εκτέθηκε, η μεταστροφή της νομολογίας με την απόφαση 800/2021 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του αιτούντος για πρώτη φορά ως απαράδεκτη, έθεσε περιορισμό στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο και δημιούργησε σε βάρος του ανασφάλεια δικαίου. Συνεπώς, συντρέχει η ως άνω υπό στοιχείο Α΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας, διότι η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που διαπιστώθηκε με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ.
14. Επειδή, περαιτέρω, η συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν προσκρούει στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της δίκαιης δίκης, διότι, ως προς το ζήτημα της μεταστροφής της νομολογίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεύει την αρχή αυτή, σε συνδυασμό με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεχόμενο ότι σε κάθε περίπτωση δεν νοείται άμεση εφαρμογή κανόνα αποτελούντος προϊόν νομολογιακής μεταστροφής κατά παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας. Με όμοιο τρόπο ως προς το ανωτέρω ζήτημα ερμηνεύει και το ΕΔΔΑ το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στην νομολογία δε αυτή του ΕΔΔΑ παραπέμπει με την πληττόμενη απόφαση και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με τα δεδομένα αυτά, η επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος, ούτε σε κάποιον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, και, άρα, συντρέχουν και οι ως άνω υπό στοιχεία Β΄ και Δ΄ προϋποθέσεις του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως. Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, στη γνώμη του οποίου προσχώρησε ο Πάρεδρος Ε. Αργυρός. Κατά τη γνώμη αυτή, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνου που είναι ενταγμένο στη δικαστική λειτουργία, από τις οποίες προκαλείται περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, ελέγχονται σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 93 και 94) από δικαιοδοτικά όργανα που ανήκουν στην ίδια δικαιοδοσία με το δικαστικό όργανο που εξέδωσε την πράξη ή παρέλειψε να πράξει ή προέβη στην υλική ενέργεια. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν επί αγωγής αποζημιώσεως ασκουμένης κατ’ επίκληση παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας δικαστικού οργάνου ενταγμένου σε άλλο δικαστικό κλάδο. Περαιτέρω, εφόσον δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, η αποκατάσταση της ζημίας αυτής δεν δύναται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευθέως εφαρμοζόμενες. Συνεπώς, η επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος από τη διοικητική δικαιοσύνη σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση του Συντάγματος (άρθρα 93, 94 και, εν πάση περιπτώσει, άρθρο 4 παρ. 5), οι διατάξεις του οποίου υπερισχύουν της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν η ανωτέρω ερμηνεία των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, από την οποία δεν έχει αποστεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει γίνει το πρώτον με νομολογιακή μεταστροφή, η οποία από την εδώ εξεταζόμενη άποψη δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν συντρέχει η υπό στοιχ. Β΄ προϋπόθεση, διότι η συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση συνταγματικών διατάξεων.
15. Επειδή, η συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ούτε παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, δοθέντος ότι η υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της ευρωπαϊκής Ενώσεως, οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά με την 799/2021 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ως εκ τούτου, συντρέχει και η υπό στοιχείο Γ΄ των ως άνω προϋποθέσεων του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
16. Επειδή, ενόψει της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο στις περιπτώσεις μεταστροφής της νομολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθώς και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, όσον αφορά τη νόμιμη και πραγματική βάση της, και δικαιολογημένη ως προς την κρίση της περί παραβιάσεως εν προκειμένω της ανωτέρω διατάξεως της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, συντρέχει και η υπό στοιχείο Ε΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
17. Επειδή, περαιτέρω, δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία (αποφάσεις ΕΔΔΑ, ΔΕΕ ή ανώτατου εθνικού δικαστηρίου), από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε, εν προκειμένω, στην κρίση του για την αποδοθείσα στην πληττόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου συντρέχει και η υπό στοιχείο ΣΤ΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
18. Επειδή, τέλος, δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, ούτε έχει εκδοθεί νόμος που να θεσπίζει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας -την ανάγκη του οποίου είχαν επισημάνει τόσο η πληττόμενη ΣτΕ 800/2021 Ολομ. όσο και η ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.-, ώστε να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, πληρούται και η υπό στοιχείο Ζ΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
19. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που παρατέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 11, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να εξαφανισθεί η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και να εκδικασθεί εκ νέου η αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση. Κατά τη γνώμη όμως που μειοψήφησε ανωτέρω στη σκέψη 14, του Αντιπροέδρου Δ. Κυριλλόπουλου, στην οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος Ε. Αργυρός, δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που παρατέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 11, και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.
20. Επειδή, το Δικαστήριο, εκδικάζοντας την αίτηση αναιρέσεως κατόπιν αποδοχής της αιτήσεως επανεξετάσεως και εξαφανίσεως της 800/2021 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίνει ότι κατά την έννοια της ανωτέρω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκειμένου να αρθεί η διαγνωσθείσα παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 4 ως προς την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του. Την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με την 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, κατά τη γνώμη του οποίου, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί στη μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώθηκε στη σκέψη 14, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να αντιμετωπισθεί με βάση τα κριθέντα με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και όχι με βάση τα κριθέντα με την προγενέστερη 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας αυτού.
21. Επειδή, με την απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «[Τ]ο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι “Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους” έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες [...] ή νόμιμες [...]. Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’ όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους…. [Σ]το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) ορίζεται ότι “Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών”. Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με τη φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, [...], δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη».
22. Επειδή, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α´ 213), και, περαιτέρω, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αν πρόκειται για διαφορά που έχει χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 1709, 1552, 1213, 918/2025, 983/2024 7μ., 1501/2024, 82/2023 7μ. κ.ά.). Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν πρέπει να αναφέρονται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά πρέπει να αφορούν αποκλειστικά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της δικαστικής αποφάσεως (ΣτΕ 1552, 1213, 918/2025, 983/2024 7μ. κ.ά.). Συνεπώς, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια. Θέτουν, όμως, νομικό ζήτημα λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως (ΣτΕ 1709, 918/2025, 983/2024 7μ., 82/2023 7μ. κ.ά.). Ομοίως, σε περίπτωση εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αόριστων νομικών εννοιών με υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών δεδομένων της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 1709, 1552, 918/2025, 983/2024 7μ., 1501/2024, 82/2023 7μ. κ.ά.). Συνεπώς, όταν με τον λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η ερμηνεία που δόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε αόριστη νομική έννοια, η οποία αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου από το δικαστήριο αυτό κανόνα δικαίου, εφόσον η αόριστη νομική έννοια προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υποθέσεως, ως απόφαση που επιλύει το ίδιο νομικό ζήτημα νοείται μόνο η απόφαση που έχει κρίνει επί υποθέσεως με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά περιστατικά (ΣτΕ 918/2025, 750/2022, 1704/2019 κ.ά.). Τέλος, η έρευνα της συνδρομής των τασσόμενων με τις ως άνω διατάξεις προϋποθέσεων του παραδεκτού προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, συμπεριλαμβανομένων και των ζητημάτων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, είτε ανάγονται στη δημόσια τάξη είτε όχι, με εξαίρεση τα ζητήματα που αφορούν τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου καθώς και τα ζητήματα που συνάπτονται με τη φύση της διαφοράς, ως ακυρωτικής διαφοράς ή ως διοικητικής διαφοράς ουσίας. Επομένως, το Συμβούλιο της Επικρατείας δύναται να προχωρήσει στην έρευνα αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως μόνον εφόσον θεμελιώνεται το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως από την άποψη της συνδρομής των σωρευτικώς απαιτούμενων προϋποθέσεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 874-875/2024 Ολομ.).
23. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 8.5.2017 και, επομένως, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί στα αιτηθέντα με την απορριφθείσα ένδικη αγωγή ποσά των 47.280 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο εξοφλήσεως καθώς και 16.860 ευρώ. Ενόψει του ότι το ποσό της διαφοράς εκφράζεται εν μέρει σε συνάλλαγμα, και με δεδομένο το άδηλο της ισοτιμίας δολαρίου-ευρώ που θα ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής του, δεν καθίσταται πρόδηλο, ότι το ποσό που, εν τέλει, θα οφείλεται υπολείπεται του ορίου των 40.000 ευρώ (ΣτΕ 265/2025, 2070/2020, 748, 750/2019, 1515/2018 κ.ά.). Συνεπώς, για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών περί αντιθέσεως προς τη νομολογία ή περί ανυπαρξίας νομολογίας, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη.
24. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ έκρινε ότι πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου, σε αντίθεση με τα κριθέντα στις 1047/2016, 48/2016 7μ., 1330/2016, 2168/2016 7μ. και 1501/2014 Ολομ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, έκριναν ότι η αστική ευθύνη του Δημοσίου αρκεί να προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, κατά παράβαση των κρίσεων των ανωτέρω αποφάσεων, το δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέθεσε αυθαίρετα έναν επιπλέον όρο στοιχειοθετήσεως της εν λόγω ευθύνης του Δημοσίου (απόδειξη ότι υπάρχει πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος). Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προαναφερθείσα κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχεται σε αντίθεση με τις ως άνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
25. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, παραπέμποντας στις αποφάσεις του Δικαστηρίου 1501/2014 της Ολομελείας και 1330/2016. Περαιτέρω, εξέτασε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, και κατέληξε στην κρίση ότι «ελλείπει εν προκειμένω η προϋπόθεση του πρόδηλου χαρακτήρα του σφάλματος της κρίσεως των οργάνων της δικαστικής εξουσίας». Ενόψει αυτών, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι «θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος» δεν συνιστά προσθήκη ενός επιπλέον όρου θεμελιώσεως της ευθύνης του Δημοσίου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά επανάληψη της ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία παρέθεσε στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού το διοικητικό εφετείο, δηλαδή ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω ζημίας που προκλήθηκε από τα όργανα της δικαστικής εξουσίας θα πρέπει να προκύπτει ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως των οργάνων αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ο δε ισχυρισμός περί αντιθέσεως στη νομολογία του Δικαστηρίου προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
26. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής από την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου. Τούτο διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το ΕΔΔΑ, αν και δεν χρησιμοποίησε τον όρο «πρόδηλο σφάλμα», προέβη σε κρίσεις από τις οποίες προκύπτει το πρόδηλο του σφάλματος αυτού, ήτοι η προφανής και σοβαρή παρανομία των οργάνων του Αρείου Πάγου. Ως εκ τούτου, έκρινε με δύναμη «δεδικασμένου», που δέσμευε το δικαστήριο της ουσίας, την έκταση και το μέγεθος της παρανομίας. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, προβάλλεται, πλην της αντιθέσεως προς τις 818/2008 και 353/2012 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η οποία δεν υφίσταται, ισχυρισμός περί ελλείψεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το ζήτημα της εκτάσεως και του τρόπου δεσμεύσεως του εθνικού δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως για σφάλματα δικαστικών αποφάσεων, από τις κρίσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την παρανομία των αποφάσεων αυτών από το ΕΔΔΑ, κατόπιν προσφυγής του ενάγοντος.
27. Επειδή, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως νομολογίας είναι βάσιμος, διότι πράγματι, το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, δηλαδή αν η διαπίστωση σφάλματος σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου από το ΕΔΔΑ δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο και ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως από σφάλμα δικαστικής αποφάσεως, δεν είχε κριθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, και είναι περαιτέρω εξεταστέος.
28. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, το εθνικό δικαστήριο που δικάζει υπόθεση του δικαιωθέντος στο ΕΔΔΑ διαδίκου οφείλει, στο πλαίσιο συμμορφώσεως προς την απόφαση του ΕΔΔΑ κατά το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, να λαμβάνει υπόψη τις διαπιστώσεις της αποφάσεως του ΕΔΔΑ και να μην αποκλίνει αυθαίρετα από τα κριθέντα με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ΕΔΔΑ με την από 14.12.2006 απόφαση έκρινε ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως εχώρησε λόγω εξαιρετικά φορμαλιστικής προσεγγίσεως της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, η οποία εισήγαγε περιορισμό δυσανάλογο προς τον σκοπό της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παρανομία (σφάλμα) στην 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από την κρίση όμως αυτή του ΕΔΔΑ δεν δημιουργείται «ουσιαστικό δεδικασμένο», υπό την έννοια της υποχρεώσεως του εθνικού δικαστηρίου να αποφανθεί άνευ ετέρου ότι το ως άνω σφάλμα που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ στην 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου συνιστά και πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων. Και τούτο, διότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων του ως άνω άρθρου για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από σφάλμα δικαστικής αποφάσεως, να κρίνει εάν το σφάλμα που διαπιστώθηκε με την απόφαση του ΕΔΔΑ συνιστά και πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ενόψει αυτών, νομίμως το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
29. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι εσφαλμένως το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατά παράλειψη συνεκτιμήσεως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, έκρινε ότι το σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που διαγνώστηκε με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι ο Άρειος Πάγος αβασίμως ενέμεινε στην απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, παρά τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα, τα οποία ο αναιρεσείων αναλυτικά είχε εκθέσει στις προτάσεις και την προσθήκη, καθώς και ότι η εν λόγω κρίση του Αρείου Πάγου στηρίχθηκε σε νομολογιακό δεδομένο και όχι στον νόμο, δεδομένου ότι σε καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι η αναφορά της ιστορικής βάσεως της αγωγής αποτελεί στοιχείο του ορισμένου του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Επιπλέον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι εν προκειμένω το σφάλμα ήταν πρόδηλο, δεδομένου ότι ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τους προβληθέντες λόγους αναιρέσεως που αφορούσαν την παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συμπληρώνοντας την τυχόν αοριστία των λόγων αυτών, και ότι, πάντως, ο Άρειος Πάγος έχει ήδη μεταβάλει την εφαρμογή του ως άνω νομολογιακού και φορμαλιστικού, κατά τον αναιρεσείοντα, κανόνα σε αποφάσεις που εκδόθηκαν επί ομοίων αξιώσεων υπαλλήλων, μεταγενέστερες της δικής του υποθέσεως. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το νομικό ζήτημα της έννοιας του πρόδηλου σφάλματος του δικαστικού οργάνου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό ενός σφάλματος ως προδήλου, ήτοι σχετικά με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τη διαπίστωση της συνδρομής του. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο λόγος αυτός θέτει νομικό ζήτημα, καθώς αναφέρεται στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως.
30. Επειδή, βασίμως προβάλλεται ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως νομολογίας. Και τούτο διότι, πράγματι, δεν είχε κριθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως και αφορά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του πρόδηλου σφάλματος. Δηλαδή αν συνιστά πρόδηλο σφάλμα της δικαστικής αποφάσεως του ΑΠ η απόρριψη λόγων αναιρέσεως ως αόριστων λόγω παραλείψεως του αναιρεσείοντος να αναγράψει στο δικόγραφο της αναιρέσεως την ιστορική βάση της αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, παρόλο που τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα του φακέλου της αναιρετικής δίκης. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, και είναι περαιτέρω εξεταστέος.
31. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δέχθηκε ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω ζημίας που προκλήθηκε από όργανα της δικαστικής εξουσίας, απαιτείται να συντρέχει ως προϋπόθεση πρόδηλο σφάλμα της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού. Περαιτέρω, εξέτασε εάν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή στην 1143/2001 απόφαση του ΑΠ και κατέληξε στην κρίση ότι δεν συντρέχει πρόδηλο σφάλμα (βλ. ανωτέρω σκ. 8). Συγκεκριμένα, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το σφάλμα που απέδωσε η από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ στην προαναφερθείσα απόφαση του ΑΠ ήταν η απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως αόριστων κατόπιν εξαιρετικά φορμαλιστικής προσεγγίσεως της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού και ότι η αοριστία του δικογράφου, κατά την απόφαση του ΑΠ, έγκειτο στην παράλειψη του ήδη αναιρεσείοντος να εκθέσει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως την ιστορική βάση της απορριφθείσας ως μη νόμιμης αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, όπως αυτά της εργασιακής σχέσεως και της οικογενειακής του καταστάσεως. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι η παράλειψη αυτή, ενόψει των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, των γενομένων δεκτών από τη νομολογία του ανωτάτου Δικαστηρίου (ΑΠ) αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως, κινούνταν οριακά στα πλαίσια της αοριστίας, παρά το γεγονός ότι η μεν σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος προέκυπτε από το κείμενο των λόγων αναιρέσεως, η δε οικογενειακή του κατάσταση από τα στοιχεία του φακέλου, ο οποίος ήταν στη διάθεση του ΑΠ. Και τούτο διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά από το διοικητικό εφετείο, αφενός μεν ο Άρειος Πάγος είχε, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δυνατότητα (και όχι υποχρέωση), ύστερα από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τους συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, αφετέρου δε, λόγοι ασφάλειας του δικαίου οδήγησαν τον Άρειο Πάγο στην ανωτέρω κρίση. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως ως αόριστων με την ως άνω απόφαση του ΑΠ δεν συνιστούσε πρόδηλο σφάλμα της αποφάσεως αυτής και, επομένως, δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα κριθέντα με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ, εξέτασε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων, κατά την εμμέσως συναγόμενη κρίση του, η δικαστική πλάνη καθίστατο συγγνωστή, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (βλ. ανωτέρω σκ. 21), και έκρινε τελικώς ότι ελλείπει η προϋπόθεση του πρόδηλου σφάλματος της ως άνω αποφάσεως του ΑΠ. Η κρίση αυτή στηρίζεται α) στη διάταξη του άρθρου 566 ΚΠολΔ σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) στη νομολογία του ΑΠ ως προς την έννοια αυτής, γ) στην πάγια πρακτική, η οποία είναι γνωστή στους πληρεξουσίους δικηγόρους, ότι τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του ΑΠ περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως, δ) στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο ΑΠ έχει δυνατότητα (και όχι υποχρέωση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), μετά από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, να ερευνά αυτεπαγγέλτως συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, και ε) σε λόγους ασφάλειας δικαίου που διαμορφώνονται σε βάθος χρόνου με βάση τη νομολογία και την πάγια πρακτική. Ενόψει αυτών, και δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 28 το σφάλμα που διαπιστώθηκε με την ως άνω απόφαση του ΕΔΔΑ στην 1143/2001 απόφαση του ΑΠ δεν έχει τον χαρακτήρα του πρόδηλου σφάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το διοικητικό εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη τα ανωτέρω ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (νομοθεσία, νομολογία, πάγια δικονομική πρακτική συντάξεως δικογράφων, ασφάλεια δικαίου) για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω πρόδηλο σφάλμα της αποφάσεως του ΑΠ προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, νομίμως έκρινε ότι αυτά δεν συγκροτούν την νομική έννοια του πρόδηλου σφάλματος κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως που εκτέθηκε στη σκέψη 29 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ στην από 14.12.2006 απόφαση παραθέτει τη νομολογία του ΑΠ ως πρακτική για την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ.: «18. Κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, σε τι έγκειται το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ευρίσκεται η παραβίαση στην ερμηνεία ή την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα, και πρέπει, επίσης, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίσθηκε το Εφετείο για να απορρίψει την έφεση (ΑΠ 372/2002, 388/2002)». Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ στην ίδια απόφαση αναφέρει τα εξής: «26. Κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο φρονεί ότι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί του τρόπου με τον οποίο το ελληνικό ανώτατο δικαστήριο θα έπρεπε, στην προκειμένη περίπτωση, να ερμηνεύσει το άρθρο 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πράγματι, με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εισηγητή δικαστή η διακριτική ευχέρεια επανορθώσεως ex officio του τυχόν ασαφούς ή αόριστου χαρακτήρα αιτήσεως αναιρέσεως. Από κανένα στοιχείο της αποφάσεως 1143/2001 του Αρείου Πάγου δεν προκύπτει ότι αυτή ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη εν σχέσει προς τη Σύμβαση. Επίσης, στον φάκελο της δικογραφίας, ουδεμία ένδειξη υφίσταται, βάσει της οποίας θα ήταν δυνατό να πιθανολογηθεί ότι η απόφαση αυτή είχε στοιχεία αυθαιρεσίας ή ότι ο ενδιαφερόμενος θα ηδύνατο να αναμένει διαφορετική εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 27. … 28. Το Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, βασιζόμενο στο άρθρο 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το ανώτατο δικαστήριο όρισε, εν προκειμένω, μία προϋπόθεση παραδεκτού η οποία αφορά την αοριστία ή μη των λόγων αναιρέσεως. Αυτός ο κανόνας υπόκειται συνήθως στις απαιτήσεις της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όταν ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εν σχέσει με τον κανόνα δικαίου τον οποίο εφάρμοσε, εύλογο είναι να απαιτείται από αυτόν να εκθέτει στην αίτηση αναιρέσεως τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο. Στην αντίθετη περίπτωση, το ανώτατο δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, θα έπρεπε να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των σχετικών πραγματικών γεγονότων και να τα ερμηνεύσει εν σχέσει με τον κανόνα δικαίου τον οποίο εφάρμοσε το Εφετείο. Όμως, αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί, διότι θα σήμαινε ότι απαιτείται από το ανώτατο δικαστήριο να διατυπώσει, το ίδιο, τους αναιρετικούς λόγους, τους οποίους θα έπρεπε, στη συνέχεια, να εξετάσει. Εν ολίγοις, ο εφαρμοσθείς στην προκειμένη περίπτωση κανόνας εναρμονίζεται με την ιδιαιτερότητα του ρόλου του Αρείου Πάγου, ο έλεγχος του οποίου περιορίζεται στην τήρηση του δικαίου (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, Μπρέχος κατά της Ελλάδος (dec.), no 7632/04, 11 Απριλίου 2006)». Στην υπόθεση Μπρέχος κατά της Ελλάδος (επί του παραδεκτού) που μνημονεύεται στην από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως που στηρίζονταν σε υποτιθέμενη παραβίαση της ΕΣΔΑ, για τον λόγο ότι ο προσφεύγων είχε παραλείψει να προβάλει τη νομική αυτή βάση στην κύρια αγωγή ή ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παρεμπόδιση του προσφεύγοντος στο δικαίωμά του για πρόσβαση στον Άρειο Πάγο και απέρριψε την εν λόγω αιτίαση ως προδήλως αβάσιμη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 3, 4 της Συμβάσεως. Ενόψει και των ανωτέρω παραδοχών του ΕΔΔΑ στην από 14.12.2006 απόφαση, δηλαδή ότι: α) υπήρχε νομολογία του ΑΠ ως προς την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βάσει του οποίου απέρριψε ο ΑΠ με την 1143/2001 απόφασή του τους δύο λόγους αναιρέσεως ως αόριστους, και β) η προαναφερθείσα απόφαση του ΑΠ δεν ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη εν σχέσει προς τη Σύμβαση, ούτε θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να αναμένει διαφορετική εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας -η οποία θα δημιουργούσε πρόβλημα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου- δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι ο ΑΠ υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, διότι παρέλειψε να εξετάσει την υπόθεση (και) σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Και τούτο, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόδηλο σφάλμα στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει τη νομολογία του ως προς την έννοια δικονομικής διατάξεως, όπως εν προκειμένω, και, επιπλέον, έχει διαπιστωθεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με απόφαση του ΕΔΔΑ ότι δεν προκύπτει ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου (1143/2001) ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη σε σχέση προς τη Σύμβαση. Άλλωστε, από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, τις οποίες παραθέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην ως άνω από 14.12.2006 απόφαση και οι οποίες ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ΑΠ (2001) -και ως εκ τούτου μπορούσαν να είναι γνωστές στους Έλληνες δικαστές-, δεν προκύπτει ότι είχε διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ως προς την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γεγονός που θα υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να αποστεί από την προηγούμενη νομολογία του ως προς την ερμηνεία του άρθρου αυτού. Εξάλλου, η κρίση του ΕΔΔΑ ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά μία προσέγγιση «εξαιρετικά φορμαλιστική» (“par trop formaliste”) των προϋποθέσεων παραδεκτού της ασκηθείσας αιτήσεως αφορούσε την παραβίαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως λόγω του περιορισμού που επιβλήθηκε κατά το ΕΔΔΑ στο δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο. Μόνη όμως η κατά τα ανωτέρω κρίση του ΕΔΔΑ, παρά την εμφατική της διατύπωση (“par trop formaliste”- «εξαιρετικά φορμαλιστική»), δεν συνιστά, ενόψει των ήδη εκτεθέντων, πρόδηλο σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
32. Επειδή, μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, κατά τη γνώμη του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώθηκε στη σκέψη 20, η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει ο αιτών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ερείδετο σε παρανομία αποδιδόμενη σε αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο (έλλειψη δικαιοδοσίας τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μη νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία), να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση, μη χρήζουσα διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος – αναιρεσείοντος για τον ίδιο λόγο, να εξαφανιστεί η 4997/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος – αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη. Ο αναιρεσείων όμως δεν στερείται έννομης προστασίας και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι, κατά το παρόν στάδιο, ο αναιρεσείων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή κατά του Δημοσίου ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, και να ζητήσει αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση από την παράλειψη του Δημοσίου να νομοθετήσει, παρά την υποχρέωσή του, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Μειοψήφησαν επίσης ο Αντιπρόεδρος Δ. Μακρής και η Σύμβουλος Σ. Βιτάλη, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής άποψη: όπως γίνεται παγίως δεκτόν από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με το άρθρo 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι σχετικοί με τις τυπικές προϋποθέσεις ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δικονομικοί κανόνες, οι οποίοι αποβλέπουν στην διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και οι οποίοι πρέπει να αναμένεται από τους ενδιαφερόμενους ότι θα εφαρμόζονται, αποτελούν επιτρεπτούς περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο, εφόσον δεν περιορίζουν την εν λόγω πρόσβαση κατά τρόπο ή σε βαθμό που θίγεται στον πυρήνα του το δικαίωμα αυτό. Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, εξετάζεται εάν α) οι ως άνω περιορισμοί είναι προβλέψιμοι, β) η δυσμενής συνέπεια του διαδικαστικού σφάλματος το οποίο οδηγεί στην στέρηση προσβάσεως του διαδίκου στο δικαστήριο (και της κατ’ ουσίαν κρίσεως της υποθέσεως από αυτό), επιρρίπτεται σε εκείνον στον οποίον αποδίδεται το εν λόγω σφάλμα, κρίση για την οποία, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, λαμβάνεται υπ’ όψιν εάν ο διάδικος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, εάν ο ίδιος ή ο εκπρόσωπός του επέδειξαν την δέουσα επιμέλεια κατά την διενέργεια των οικείων διαδικαστικών πράξεων, εάν το κρίσιμο διαδικαστικό σφάλμα μπορούσε εξαρχής να αποφευχθεί, καθώς και σε ποιον αποδίδεται το σφάλμα κυρίως και αντικειμενικώς, γ) ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής του επίμαχου περιορισμού από το δικαστήριο χαρακτηρίζεται από υπερβολική τυπολατρία, όπως προκύπτει από την εξέταση της υποθέσεως στο σύνολό της, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαίτερων περιστάσεών της (βλ. ΕΔΔΑ Geouffre de la Pradelle κατά Γαλλίας από 16 Δεκεμβρίου 1992, Bellet κατά Γαλλίας από 4 Δεκεμβρίου 1995, Pérez de Rada Cavanilles κατά Ισπανίας από 28 Οκτωβρίου 1998, Miragall Escolano κ.ά. κατά Ισπανίας από 25 Ιανουαρίου 2000, Miragall Escolano κ.λπ. κατά της Ισπανίας αρ. 38366/97, CEDH 2000-I. Επίσης αποφάσεις Běleš κ.λπ. κατά της Δημοκρατίας της Τσεχίας, nο 47273/99, § 69, CEDH 2002-IX, Zvolský και Zvolská κατά της Δημοκρατίας της Τσεχίας, nο 46129/99, § 55, CEDH 2002-IX και αποφάσεις της 26.7.2007, Walchli κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 35787/03, σκ. 28 - 29, της 15.6.2009, Guillard κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 24488/04, σκ. 33 - 36, της 27.3.2014, E.-A. κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 31150/09, σκ. 40 - 42, της 5.2.2016, Henrioud κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 21444/11, σκ. 55 - 58, της 2.6.2016, Παπαϊωάννου κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 18880/15, σκ. 39 - 40, της 2.3.2017, Παρουτσάς κ.λπ. κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 34639/09, σκ. 25 - 29, της 5.4.2018, Zubac κατά Κροατίας, αριθ. προσφ. 40160/12, σκ. 78, 85, 87 - 99, της 31.7.2020, Dos Santos Calado κ.λπ. κατά Πορτογαλίας, αριθ. προσφ. 55997/14 κ.ά., σκ. 108 - 110, 113 - 117, της 17.11.2022, Μακρυλάκης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 34812/15, σκ. 32-36, της 8.7.2025, Θεόδωρος Βαβουλάς & ΣΙΑ ΟΕ κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 27916/2019, σκ. 15· ειδικά για την υποβολή σε δικαστήριο στοιχείων σχετικών με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση επί του παραδεκτού της 6.9.2007, Σιδεράκης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 21606/05, αποφάσεις της 28.5.2009, Σταμούλης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 1735/07, σκ. 20 - 22, της 16.7.2009, Χριστοδούλου κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 514/07, σκ. 21 - 22, της 23.5.2024, Patricolo κατά Ιταλίας, αριθ. προσφ. 37943/17 κ.ά., σκ. 69 - 70, της 21.11.2024, Justine κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 78664/17, σκ. 32, 37 - 38). Εν προκειμένω στην από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Πρώτο Τμήμα, επί προσφυγής του αναιρεσείοντος (προσφυγή με αριθμό 77574/01) αναφέρονται τα εξής: «27. Πράγματι, το ερώτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω, είναι εάν ο τρόπος με τον οποίο ο Άρειος Πάγος απέρριψε ορισμένους προβληθέντες από τον προσφεύγοντα νομικούς λόγους ως απαράδεκτους, επειδή αυτός είχε παραλείψει να αναφέρει ορισμένα πραγματικά στοιχεία τα οποία, πάντως, περιλαμβάνονται στον φάκελο της δικογραφίας, συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο. 28. Το Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, βασιζόμενο στο άρθρο 566 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το ανώτατο δικαστήριο όρισε, εν προκειμένω, μία προϋπόθεση παραδεκτού η οποία αφορά την αοριστία και όχι τους αναιρετικούς λόγους. … 29. Εν τούτοις, στην παρούσα υπόθεση, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των πραγματικών γεγονότων. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος προέκυπτε σαφώς από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, οι όροι της συμβάσεως εργασίας, η οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος καθώς και η ηλικία και ο αριθμός των παιδιών του αποτελούσαν στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ο οποίος κατετέθη μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, όλα τα απαιτούμενα για την εξέταση της αναιρέσεως στοιχεία ήταν στη διάθεση του Αρείου Πάγου». Με την από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίθηκε τελικά ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου παραβιάζει το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διότι: «30. … με την απόφαση 1143/2001 … ουδόλως ανεφέρθη στους λόγους και τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος (“son arrêt no 1143/2001, la Cour de cassation ne se référa aucunement aux moyens et arguments du requérant”). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλογίζοντας στον προσφεύγοντα ότι παρέλειψε να διευκρινίσει τα προαναφερθέντα στοιχεία, ο Άρειος Πάγος αλλοίωσε το ερώτημα το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της διαφοράς (“la Cour de cassation contourna la question faisant l'objet du litige”) και εξέδωσε μία απόφαση που δεν απαντούσε στην ουσία του προβλήματος που είχε αναφυεί. 31. Υπό το φως των ως άνω δικανικών συλλογισμών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά μία προσέγγιση εξαιρετικά φορμαλιστική (“par trop formaliste”) των προϋποθέσεων παραδεκτού της ασκηθείσας αιτήσεως. Επομένως, ο περιορισμός ο οποίος επεβλήθη στο δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο δεν υπήρξε ανάλογος του σκοπού εγγυήσεως της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. 32. Υπήρξε επομένως παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο». Η ελεγχόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία του, αν και δεν την μνημονεύει). Καίτοι είναι το ανώτατο δικαστήριο της πολιτικής δικαιοσύνης της Χώρας, παραγνώρισε εμφανώς να εξετάσει την υπόθεση βάσει (και) των θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης που αποτελούν θεσμική εγγύηση αποφυγής της υπερβολικής τυπολατρίας που δεν εξυπηρετεί την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (και το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος) και μολονότι μάλιστα υφίστατο σχετική νομολογία, κατά τα προεκτεθέντα. Η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαγνωσθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την προπαρατεθείσα χαρακτηριστική κρίση ότι με τα συγκεκριμένα περιστατικά ο Άρειος Πάγος «αλλοίωσε το ερώτημα το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της διαφοράς» και ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά προσέγγιση «εξαιρετικά φορμαλιστική» των προϋποθέσεων του παραδεκτού της. Σύμφωνα με το κρίσιμο πλαίσιο που έχει προσδιορισθεί με την κατά πλειοψηφία κρίση της αποφάσεως 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν λόγω νομικό σφάλμα της αποφάσεως του Αρείου Πάγου παρίσταται πρόδηλο και μη συγγνωστό. Και τούτο διότι, όπως καθίσταται ευκόλως αντιληπτό με την ανάγνωση και μόνον της σχετικής πρώτης σκέψεως του κεφαλαίου της ελεγχόμενης 1143/2001 αποφάσεως που αφορά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση, εφαρμόζοντας μόνον τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (άρθρα 566 παράγραφος 1 και 559 παράγραφος 1) και απορρίπτει βάσει αυτών τον επίμαχο λόγο αναιρέσεως ως αόριστο, έχοντας προσκολληθεί υπερβολικά στον τύπο που δεν εξυπηρετεί τον θεμιτό σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που εγγυάται το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (καθώς και το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας). Με τα αντικειμενικά αυτά δεδομένα καθίσταται λίαν ευδιάκριτο ότι με την απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος παραγνώρισε τις θεμελιώδεις εγγυήσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σύμφωνα με την ερμηνεία τους από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ότι τις παραβίασε, όπως διαπιστώθηκε με τις αναφερθείσες κρίσιμες σκέψεις της από 14.12.2006 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το σφάλμα του Αρείου Πάγου είναι ολοφάνερο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα κριθέντα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την ελεγχόμενη απόφαση έθιξε θεμελιώδεις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνουν κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος για την τήρηση των οποίων ευθύνεται η Ελλάδα. Και τούτο διότι δια της εφαρμογής διαδικαστικών κανόνων με εξαιρετική τυπολατρική προσήλωση, δεν απάντησε στην ουσία του προβλήματος που του είχε τεθεί παραβλέποντας και αλλοιώνοντας το αντικείμενο της διαφοράς, λαμβανομένου υπ’ όψιν του χαρακτήρα του Αρείου Πάγου ως Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ρόλου που του έχει ανατεθεί για την διασφάλιση της ουσιαστικής και δικονομικής νομιμότητας καθώς και του δυσανάλογου περιορισμού που επέβαλε στο δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο ώστε να μην εξυπηρετηθεί η νομική ασφάλεια και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θεώρησε την επίδικη απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως «εξαιρετικά φορμαλιστική», δηλαδή έντονη, υπερβολική. Το εν λόγω νομικό σφάλμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης που απορρέει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι συγγνωστό, δηλαδή δικαιολογημένο, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν, εκτός των αναφερθέντων χαρακτηριστικών και περιστάσεων της υποθέσεως, της υφισταμένης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά τον χρόνο της κρίσεώς του. Η νομική πλημμέλεια δικαστικής αποφάσεως που χαρακτηρίζεται ως «εξαιρετική» (“par trop”) και η οποία έχει ως αποτέλεσμα να παρακάμπτεται η εξέταση της ουσίας της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, πρέπει με δικανική, συνεκτική, κρίση, σύμφωνα δε και με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να γίνει δεκτόν ότι παρίσταται αντιληπτή ως «πρόδηλη». Το «εξαιρετικό» (έντονο, υπερβολικό) σφάλμα είναι «προδήλως» (ευχερώς, ολοφάνερα) αντιληπτό, κατά έλλογη νομική εκτίμηση, κατ’ επέκταση, δε, δεν είναι «συγγνωστό» (δικαιολογημένο). Ενώπιον μάλιστα Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, «δικαίῳ και λόγῳ» υφίσταται στην 1143/2001 απόφαση πρόδηλο σφάλμα μη συγγνωστό, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος με την υπερβολική και έντονη τυποκρατική εφαρμογή των διατάξεων του κώδικα πολιτικής δικονομίας, παραβλέποντας την θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης από την οποία απορρέει η υποχρέωση αποφυγής υπερβολικής τυπολατρίας, αλλοίωσε το αντικείμενο της διαφοράς και παραγνώρισε να εξετάσει την ουσία της βάσει των δεδομένων που προέκυπταν σαφώς από το σύνολο της δικογραφίας, επί βλάβη της θεσμικής εγγυήσεως της ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, επί υποθέσεως που ήχθη ενώπιον της δικαιοσύνης τον Μάιο 1998 που αφορά επιδίκαση επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου, κλητήρα, σε Πρεσβεία της Ελλάδος και που οδήγησε σε σειρά δικών σε ελληνικά δικαστήρια και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των προαναφερθέντων, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν εξέτασε την υπόθεση από την προεκτεθείσα κρίσιμη άποψη της παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει την αποφυγή υπερβολικής τυπολατρίας, βάσει της διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αν και είχε γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής καθώς και της σχετικής από 14.12.2006 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αγωγή για να θεμελιωθεί το πρόδηλο σφάλμα της κρίσεως της επίδικης αποφάσεως του Αρείου Πάγου, για ζήτημα δηλαδή που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για την αποκατάσταση της ζημίας που, όπως προέβαλε ο αναιρεσείων, υπέστη από την απόφαση αυτή. Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε (σύμφωνα με την 7η σκέψη της) ότι δεν υφίσταται πρόδηλο σφάλμα βάσει «των απαιτήσεων του άρθρου 566 παράγραφος 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, των γενομένων δεκτών από την νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως». Δεν αρκεί όμως για την ορθή εκτίμηση της εν προκειμένω συνδρομής της προϋποθέσεως του προδήλου και μη συγγνωστού σφάλματος της αποφάσεως αυτής, μόνον η εξέταση από το δικάσαν δικαστήριο της ελεγχόμενης αποφάσεως του Αρείου Πάγου με βάση τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (άρθρα 566 παράγραφος 1 και 562 παράγραφος 4) και την διαμορφωθείσα επ’ αυτών νομολογία (αφού παρίσταται αόριστο και χωρίς νομικό έρεισμα το τελευταίο τμήμα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως [: «του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα … της συγκεκριμένης υποθέσεως»]), χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι κρίσιμες συνέπειες της θεσμικής εγγυήσεως της δίκαιης δίκης ενώπιον του Αρείου Πάγου, βάσει της διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (και του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος), προκειμένου να μην παρακάμπτεται η εξέταση της ουσίας ή να μην αλλοιώνεται το αντικείμενο της διαφοράς μέσω της υπερβολικής προσκολλήσεως στον δικονομικό τύπο, και αφού ο χαρακτήρας του εν λόγω νομικού σφάλματος παρίσταται ως μη συγγνωστός, μη δικαιολογημένος, με βάση τα δεδομένα και τις περιστάσεις της υποθέσεως, κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, κατά την προπαρατεθείσα μειοψηφήσασα γνώμη του Αντιπροέδρου Δημητρίου Μακρή και της Συμβούλου Σοφίας Βιτάλη, για τον λόγο αυτόν που προβάλλεται βασίμως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου.
33. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δέχεται την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας.
Εξαφανίζει την 800/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Δικάζει εκ νέου την αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος και την απορρίπτει.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επιβάλλει στο καθ’ ού η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ για την αίτηση αναιρέσεως.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου και 16 Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου